Pin It

ΤΡΑΓΩΔΙΑ




ΑΡΧΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 7ος - 6ος αιώνας π.Χ.


1. ΘΕΣΠΙΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ο ποιητής Θέσπις από τον δήμο Ικαρίας (σημερινό Διόνυσο), θεωρείται σύμφωνα με την παράδοση ο εφευρέτης της τραγωδίας και πιθανότατα και ο πρώτος ηθοποιός. Στα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., είχε την έμπνευση να ξεχωρίσει τον εξάρχων, ο οποίος ήταν ο πρωτοχωρευτής του διθυράμβου, και να παρεμβάλλει στον διθύραμβο απαγγελία με άλλο μέτρο και διαφορετική μελωδία από του Χορού (κατά πάσα πιθανότητα το επιχείρησε πρώτος). Έτσι, επειδή ο εξάρχων του χορού που φορούσε προσωπείο, δηλαδή μάσκα έκανε διαλόγο με τον χορό και αποκρινόταν (αρχ. πεκρίνετο) στις ερωτήσεις του, ονομάστηκε υποκριτής, δηλαδή ηθοποιός.

2. ΠΡΑΤΙΝΑΣ (6ος-5ος αιώνας π.Χ.)
Υπήρξε από τους πρώτους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Έδρασε την εποχή γύρω στην 70ή Ολυμπιάδα και θεωρείται ο εισηγητής του σατυρικού δράματος. Λίγα είναι γνωστά για την ζωή και το έργο του. Γεννήθηκε στους Φλειούς στην βορειοδυτική Αργολίδα. Ήταν σύγχρονος του Χοιρίλου και του Αισχύλου όταν ο Αισχύλος ξεκινούσε την καριέρα του. Φέρεται να έγραψε 18 τραγωδίες και 32 σατυρικά δράματα, αλλά τα έργα του έχουν χαθεί σχεδόν όλα. Εκτός των έργων του έγραψε και διθύραμβους και ωδές, τα λεγόμενα υπορχήματα. Ένα σημαντικό απόσπασμα διασώθηκε από τον Αθήναιο.

3. ΧΟΙΡΙΛΟΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ο Χοιρίλος υπήρξε δραματικός ποιητής. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι έγραψε 160 τραγωδίες και κέρδισε δεκατρείς φορές στα Μεγάλα Διονύσια. Από τα έργα του μας σώζεται ένας τίτλος, «λόπη», και δύο μικρά αποσπάσματα όπου ο ποιητής ονομάζει μεταφορικά  «γς στᾶ» τις πέτρες και  «γς φλέβες»
τα ποτάμια.

ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.

4. ΑΙΣΧΥΛΟΣ (525-456 π.Χ.)
Ο πρώτος από τους τρεις μεγάλους τραγικούς της κλασσικής Αθήνας. Πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην αναγωγή της τραγωδίας από χορική, και μάλιστα στατική, μουσική απαγγελία σε πλήρως ανεπτυγμένο δράμα, σε δράση, δηλαδή, που αναπαρίσταται. Από τα 90 έργα του, σώζονται μόνο 7 τραγωδίες: Πέρσες, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθέας Δεσμώτης, και η τριλογία Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες).


Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ»

01 prometheus desmwths

Αρχαίο κείμενο:

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
μήτοι χλιδ δοκετε μηδ αθαδί
σιγν με· συννοί δ δάπτομαι κέαρ,
ρν μαυτν δε προυσελούμενον.
καίτοι θεοσι τος νέοις τούτοις γέρα
440 τίς λλος γ παντελς διώρισεν;
λλ ατ σιγ, κα γρ εδυίασιν ν
μν λέγοιμι· τν βροτος δ πήματα
κούσαθ, ς σφας νηπίους ντας τ πρν
ννους θηκα κα φρενν πηβόλους.
445 λέξω δέ, μέμψιν οτιν νθρώποις χων,
λλ ν δέδωκ ενοιαν ξηγούμενος·
ο
πρτα μν βλέποντες βλεπον μάτην,
κλύοντες οκ κουον, λλ νειράτων
λίγκιοι μορφσι τν μακρν βίον
450 φυρον εκ πάντα, κοτε πλινθυφες
δόμους προσείλους σαν, ο ξυλουργίαν,
κατώρυχες δ ναιον στ ήσυροι
μύρμηκες ντρων ν μυχος νηλίοις.
ν δ οδν ατος οτε χείματος τέκμαρ
455 οτ νθεμώδους ρος οτε καρπίμου
θέρους βέβαιον, λλ τερ γνώμης τ πν
πρασσον, στε δή σφιν ντολς γ
στρων δειξα τάς τε δυσκρίτους δύσεις.
κα
μν ριθμόν, ξοχον σοφισμάτων,
460 ξηρον ατος, γραμμάτων τε συνθέσεις,
μνήμην
πάντων, μουσομήτορ ργάνην.
κζευξα πρτος ν ζυγοσι κνώδαλα,
ζεύγλησι δουλεύοντα σάγμασίν θ πως
θνητος μεγίστων διάδοχοι μοχθημάτων
465 γένοινθ, φ ρμά τ γαγον φιληνίους
ππους, γαλμα τς περπλούτου χλιδς,
θαλασσόπλαγκτα δ οτις λλος ντ μο
λινόπτερ ηρε ναυτίλων χήματα.
τοιατα μηχανήματ ξευρν τάλας
470 βροτοσιν, ατς οκ χω σόφισμ τ
τς νν παρούσης πημονς παλλαγ.

ΧΟΡΟΣ
πέπονθας ικς πμ· ποσφαλες φρενν
πλαν, κακς δ ατρς ς τις ς νόσον
πεσ
ν θυμες κα σεαυτν οκ χεις
475 ερεν ποίοις φαρμάκοις άσιμος.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
τ λοιπά μου κλύουσα θαυμάσ πλέον,
οας τέχνας τε κα πόρους μησάμην.
τ
μν μέγιστον, ε τις ς νόσον πέσοι,
οκ ν λέξημ οδέν, οτε βρώσιμον,
480 ο χριστόν, οδ πιστόν, λλ φαρμάκων
χρεί κατεσκέλλοντο, πρίν γ γώ σφισιν
δειξα κράσεις πίων κεσμάτων
ας τς πάσας ξαμύνονται νόσους.
τρόπους τε πολλος μαντικς στοίχισα,
485 κκρινα πρτος ξ νειράτων χρ
παρ γενέσθαι, κληδόνας τε δυσκρίτους
γνώρισ ατος νοδίους τε συμβόλους,
γαμψωνύχων τε πτσιν οωνν σκεθρς
διώρισ, οτινές τε δεξιο φύσιν
490 εωνύμους τε, κα δίαιταν ντινα
χουσ καστοι, κα πρς λλήλους τίνες
χθραι τε κα στέργηθρα κα ξυνεδρίαι,
σπλάχνων τε λειότητα, κα χροιν τίνα
χουσ ν εη δαίμοσιν πρς δονν
495 χολή, λοβο τε ποικίλην εμορφίαν·
κνίσ τε κλα ξυγκαλυπτ κα μακρν
σφν πυρώσας δυστέκμαρτον ες τέχνην
δωσα θνητούς, κα φλογωπ σήματα
ξωμμάτωσα πρόσθεν ντ πάργεμα.
500 τοιατα μν δ τατ· νερθε δ χθονς
κεκρυμμέν νθρώποισιν φελήματα,
χαλκόν, σίδηρον, ργυρον χρυσόν τε, τίς
φήσειεν ν πάροιθεν ξευρεν μο;
οδείς, σάφ οδα, μ μάτην φλσαι θέλων.
505 βραχε δ μύθ πάντα συλλήβδην μάθε·
πσαι τέχναι βροτοσιν κ Προμηθέως.

Μετάφραση:

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αν δεν μιλώ, μην το θαρρείτε περηφάνεια
ή πείσμα, αλλά μια σκέψη μού σπαράζει την καρδιά
βλέποντας τον εαυτό μου μες στις συμφορές.
Ποιος άλλος τάχατες έξω από μένα
στους νέους θεούς έδωσε τα προνόμιά τους;
Μα εδώ σωπαίνω· ξέρετε τι θα
χα να σας πω.
Όμως ακούστε των ανθρώπων τα παθήματα,
πώς από νήπια που ήταν πριν, τους έκανα
πλάσματα με μυαλό και πώς τους έδωσα τη σκέψη.
Θα τα ιστορήσω όχι γιατί από τους θνητούς
έχω παράπονο, μα για να δείτε την αγάπη που τους έδειξα.
Λοιπόν, αυτοί, πρώτα έβλεπαν χωρίς να βλέπουν,
άκουαν χωρίς ν
ακούν και, όμοιοι με σκιές του ονείρου,
περνούσαν την μακριά ζωή τους όπως λάχει, ανακατεύοντας
τα πάντα, μη γνωρίζοντας ούτε τα σπίτια τα πλιθόχτιστα
και τα προσήλια μήτε την ξυλουργική·
μόνο βαθιά στο χώμα κατοικούσαν, όπως τα λαφριά
μυρμήγκια, μες σ
ανήλιαγες σπηλιές.
Και δεν είχαν κανένα σίγουρο σημάδι του χειμώνα,
ούτε της ανθοφόρας άνοιξης μήτε του καρπερού καλοκαιριού,
παρά έκαμναν τα πάντα στα τυφλά, ώσπου τους έδειξα
τις αξεδιάλυτες ανατολές των άστρων και τις δύσεις.

Κι ύστερα, ακόμα, υπέρτατη σοφία, τον αριθμό
τους βρήκα και την γνώση των γραμμάτων,
μνήμη των πάντων και μητέρα των Μουσών.
Και πρώτος έζεψα τα ζώα στον ζυγό,
καματερά στη ζεύγλα ή στο σαμάρι υποταγμένα,
για ν
αναλάβουνε τους πιο βαριούς μόχθους του ανθρώπου,
κι έφερα στο άρμα, φιλιωμένα με τα γκέμια, τα άλογα,
αγλάισμα της βαθύπλουτης της πολυτέλειας.
Κι εγώ σοφίστηκα, όχι άλλος, τα λινόπτερα
πλεούμενα των ναυτικών τα θαλασσοδαρμένα.
Τέτοιες σοφές τέχνες βρήκα για τους ανθρώπους,
κι όμως για με δεν έχω τώρα τι να βρω
για να γλιτώσω ο δόλιος απ
τα πάθη μου!

ΧΟΡΟΣ
Έπαθες άπρεπο κακό. Του νου σου το ξεστράτισμα
σε παρασέρνει και, σαν τον κακό γιατρό που αρρώστησε
κι αυτός, βαριά πικραίνεσαι και δε μπορείς
να βρεις για σένα φάρμακο να σε γιατρέψει.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Με την συνέχεια πιο πολύ θα ξαφνιαστείς ακούγοντας
τι τέχνες και τεχνάσματα σκαρφίστηκα.

Και πριν απ
όλα τούτο: όσοι πέφτανε άρρωστοι
δεν είχαν γιατρικό ή να το μασήσουν
ή να το καταπιούν ή να το αλείψουν πάνω τους,
μόνο καταμαραίνονταν χωρίς φάρμακα, ώσπου εγώ
τους έδειξα πώς τα ήπια βάλσαμα ν
ανακατεύουν,
αμυντικά μέσα για όλες τις αρρώστιες.
Και τα πολυάριθμα είδη της μαντικής τούς ταξινόμησα
και πρώτος απ
τα όνειρα ξεχώρισα όσα μέλλονται
να βγουν αληθινά, κι ερμήνευσα τα αινίγματα
τα φραστικά και τα συναπαντήματα του δρόμου.
Κι εγώ φανέρωσα τι δείχνουν με το πέταγμά τους τα γαμψόνυχα
όρνια και ποιοι οι καλοί ή κακοί οιωνοί,
κι εξήγησα το φέρσιμό τους και τις έχθρες τους,
τα συντροφιάσματά τους, τις συνάξεις τους,
κι ακόμα, την στιλπνή θέα των σπλάχνων και το χρώμα τους
που δίνει στους θεούς την πιο περίσσια απόλαυση,
και τις ποικίλες όψεις του λοβού και της χολής.
Και πύρωσα τα τυλιγμένα μες στο λίπος μέλη
και το μακρύ το ραχοκόκαλο, μυώντας τους θνητούς
σε τέχνη δύσκολη κι ανοίγοντας τα μάτια τους,
κλεισμένα ώς τότε, στης φωτιάς τα σήματα.
Να το έργο μου. Κι ό,τι πολύτιμο έχει η γη
κρυμμένο απ
τους ανθρώπους μες στα σπλάχνα της,
το μπρούντζο και το σίδερο, το ασήμι, το χρυσάφι,
ποιος άλλος θα
λεγε πως τους το έδειξε πριν από μένα;
Κανείς, το ξέρω, εκτός αν φλυαρεί κι ανοηταίνει.
Με δυο λόγια μάθε τα πάντα: όλες οι τέχνες
οι ανθρώπινες είναι δωρεές του Προμηθέα

(μετάφραση Π. Μουλλάς)


«
ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ»

02 epta epi thhvas

Αρχαίο κείμενο:


ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
375
λέγοιμ ν εδς ε τ τν ναντίων,
ς τ ν πύλαις καστος εληχεν πάλον.
Τυδες μν δη πρς πύλησι Προιτίσιν
βρέμει· πόρον δ σμηνν οκ ἐᾷ περν
μάντις· ο γρ σφάγια γίγνεται καλά
.
380
Τυδες δ μαργν κα μάχης λελιμμένος
μεσημβρινας κλαγγσιν ς δράκων βο·
θείνει δ νείδει μάντιν Οκλείδην σοφόν,
σαίνειν μόρον τε κα
μάχην ψυχί.
τοιατ ϋτν τρες κατασκίους
λόφους
385
σείει, κράνους χαίτωμ, π σπίδος δ τ
χαλκήλατοι κλάζουσι κώδωνες φόβον·
χει δ πέρφρον σμ π σπίδος τόδε,
φλέγονθ π στροις ορανν τετυγμένον·
λαμπρ δ πανσέληνος ν μέσ σάκει
,
390
πρέσβιστον στρων, νυκτς φθαλμός, πρέπει.
τοιατ λύων τας περκόμποις σαγας
βο παρ χθαις ποταμίαις, μάχης ρν,
ππος χαλινν ς κατασθμαίνων μένει,
στις βον σάλπιγγος ρμαίνει μένων
.
395
τίν ντιτάξεις τδε; τίς Προίτου πυλν
κλθρων λυθέντων προστατεν φερέγγυος;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
κόσμον μν νδρς οτιν ν τρέσαιμ γώ,
οδ λκοποι γίγνεται τ σήματα·
λόφοι δ κώδων τ ο δάκνουσ νευ δορός,
400 κα νύκτα ταύτην ν λέγεις π σπίδος
στροισι μαρμαίρουσαν ορανο κυρεν,
τάχ
ν γένοιτο μάντις νοία τινί.
ε γρ θανόντι νξ π μμασιν πέσοι,
τ τοι φέροντι σμ πέρκομπον τόδε
405 γένοιτ ν ρθς νδίκως τ πώνυμον,
κατς κατ ατο τήνδ βριν μαντεύσεται.
γ δ Τυδε κεδνν στακο τόκον
τνδ ντιτάξω προστάτην πυλωμάτων,
μάλ
εγεν τε κα τν Ασχύνης θρόνον
410 τιμντα κα στυγονθ πέρφρονας λόγους.
ασχρν γρ ργός, μ κακς δ εναι φιλε.
σπαρτν δ π νδρν, ν ρης φείσατο,
ίζωμ νεται, κάρτα δ στ γχώριος,
Μελάνιππος· ργον δ ν κύβοις ρης κρινε·
415 Δίκη δ μαίμων κάρτά νιν προστέλλεται
εργειν τεκούσ μητρ πολέμιον δόρυ.

ΧΟΡΟΣ
τν μόν νυν ντίπαλον ετυχεν
θεο
δοεν, ς δικαίως πόλεως
πρόμαχος
ρνυται· τρέμω δ αματη-
420 φόρους μόρους πρ φίλων
λομένων δέσθαι.

Μετάφραση:

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
Τα πάντα ξέρω για τους εχθρούς και θα στα πω·
πώς κλήρωσε ο λαχνός για τον καθένα.
Ο Τυδεύς βρυχάται κιόλας στην πύλη εμπρός του Προίτου,
όμως δεν τον αφήνει, ο μάντης να περάσει τις όχθες του Ισμηνού·
Ευνοϊκά δεν είναι των θυσιών τα σφάγια.
Ο Τυδεύς φρενιάζει και για μάχη λυσσά,
ωσάν το φίδι σφυρίζει στον ήλιο του μεσημεριού·
πετάει βρισιές στον μάντη τον σοφό τον Αμφιάραο
πως τρέμει τάχα μπρος στον θάνατο
και μπρος στης μάχης την ορμή δειλιάζει.
Κραυγάζει και σειούνται στην χαίτη του κράνους
τρία λοφία με φούντες πυκνές
και κάτω απ την ασπίδα
κουδούνια χάλκινα βροντώντας
σκορπούν τον πανικό.
Απάνω στην ασπίδα έχει χαράξει σημεία περήφανα:
ο ουρανός να λιώνει από τις πυρκαγιές των αστεριών,
λαμπρή πανσέληνος στην μέση να φωτίζει,
η παλαιά του στερεώματος, τ άγρυπνο μάτι της νυκτός.
Μες στην αγέρωχη σκευή του αλαζονεύεται
στου ποταμού την άκρην αλαλάζει,
σαν άλογο που δεν ακούει γκέμι
κι ορμάει σαν αφουγκράζεται της σάλπιγγας τον ήχο.
Σ αυτόν ποιον θα τάξεις αντίπαλο;
όταν στην πύλη του Προίτου αμπάρες και δοκάρια σπάσουν
ποιος θα ναι εκεί φερέγγυος τα στήθη να προτάξει;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Πώς θες να φοβηθώ στολίδια;
Θαρρείς πως μαχαιρώνουνε οι ζωγραφιές;
Λοφία και κουδούνια δε δαγκώνουν
δίχως αιχμή του δόρατος.
Κι αυτή που μολογάς η νύχτα στην ασπίδα
που λαμπαδιάζει απ τ αστέρια τ ουρανού,
θα γίνει μάντισσα δεινή για κάποιον ελαφρόμυαλο.
Όταν πεθάνει και νύχτα σκοτίσει τα μάτια του
της έπαρσής του το σημάδι ορθά και δίκαια
συνώνυμο θα γίνει της θανής του,
σαν να προφήτευσε την τελεσίδικη της ύβρεως πορεία του.
Θ αντιτάξω στον Τυδέα παλικάρι συνετό
τον υγιό του Αστακού, των πυλών δεινό προστάτη·
το γένος του βαθύ·
τιμά το θρόνο της Αιδούς, σιχαίνεται την κομπορρημοσύνη.
Τα έργα της ντροπής μισεί, δεν ξέρει τι θα πει δειλία.
Κρατάει από το γένος των Σπαρτών,
απ όσους ελυπήθηκε ο Άρης κι επιζήσαν
αυτόχθονας, ρίζα της χώρας και βλαστός,
Μελάνιππος με τ όνομα.
Ο Άρης ρίχνει τις ζαριές κι αυτός θα δώσει λύση.
Τον στέλνει στο χρέος το δίκιο της συγγένειας
και των εχθρών το δόρυ θ αποδιώξει
απ
την μητέρα Γη που τον εγέννησε.


ΧΟΡΟΣ
Είθε να δώσουν οι θεοί
ευτυχισμένη νίκη
στον δικό μας αγωνιστή.
Το δίκαιο της πόλεως
ορμά να διαφεντέψει.
Τρέμω για τους αγαπημένους μου,
μήπως τους δω να χάνονται
στο αίμα βουτηγμένοι του θανάτου.


(μετάφραση Κ. Χ. Μύρης)


5. ΙΟΦΩΝ
(5ος αιώνας π.Χ.)
Αθηναίος τραγικός ποιητής. Ήταν γιος του Σοφοκλή. Το 428 π.Χ. ήρθε δεύτερος σε διαγωνισμό μετά τον Ευριπίδη, ο οποίος είχε αγωνιστεί τότε με το έργο του Ιππόλυτος. Φαίνεται μάλιστα πως έλαβε μέρος σε διαγωνισμό και μαζί με τον πατέρα του. Επτά τίτλοι είναι γνωστοί από τα περίπου 50 δράματά του: Αχιλλεύς, Τήλεφος, Ακταίων, Ιλίου πέρσις, Δεξαμενός, Βάκχαι, Aυλωδοί σάτυροι.

6. ΕΥΦΟΡΙΩΝ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας δραματικός ποιητής και γιος του Αισχύλου. Στα Μεγάλα Διονύσια του 431 π.Χ., απέκτησε το πρώτο βραβείο κερδίζοντας τον Σοφοκλή ο οποίος κατετάγη 2ος καθώς και τον Ευριπίδη του οποίου η τετραλογία της  «Μήδειας» κατέκτησε την 3η θέση.

7. ΦΙΛΟΚΛΗΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Αθηναίος τραγικός ποιητής, ανιψιός του Αισχύλου. Με την τριλογία του "Πανδιονίς" νίκησε σε δραματικό αγώνα τον Σοφοκλή, όταν παρουσίασε τον "Οιδίποδα Τύραννο" (429-420 π.Χ.). Από τις 100 τραγωδίες του μόνο λίγα αποσπάσματα σώθηκαν.

8. ΣΟΦΟΚΛΗΣ (496-406 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής της κλασικής εποχής. Αυτός, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης είναι οι τρεις τραγικοί ποιητές των οποίων έχουν σωθεί ολοκληρωμένα έργα. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται ότι έγραψε περίπου 123 έργα από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΗΛΕΚΤΡΑ»

03 hlektra
 
Αρχαίο κείμενο:

ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ
σύ μν τ σαυτς πρσσ, μο δ σύ, ξένε,
τληθς επέ, τ τρόπ διόλλυται;

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
680
κπεμπόμην πρς τατα κα τ πν φράσω.
κε
νος γρ λθν ες τ κλεινν λλάδος
πρόσχημ γνος Δελφικν θλων χάριν,
τ σθετ νδρς ρθίων γηρυμάτων
δρόμον προκηρύξαντος, ο πρώτη κρίσις,
685 εσλθε λαμπρός, πσι τος κε σέβας·
δρόμου δ σώσας τ φύσει τ τέρματα
νίκης χων ξλθε πάντιμον γέρας.
χ
πως μν ν παύροισι πολλά σοι λέγω,
οκ οδα τοιοδ νδρς ργα κα κράτη·
690 ν δ σθ· σων γρ εσεκήρυξαν βραβς,
δρόμων διαύλων πένταθλ νομίζεται,
τούτων νεγκν πάντα τπινίκια
λβίζετ, ργεος μν νακαλούμενος,
νομα δ ρέστης, το τ κλεινν λλάδος
695 γαμέμνονος στράτευμ γείραντός ποτε.
κα τατα μν τοιαθ· ταν δέ τις θεν
βλάπτ, δύναιτ ν οδ ν σχύων φυγεν.
κενος γρ λλης μέρας, θ ππικν
ν λίου τέλλοντος κύπους γών,
700 εσλθε πολλν ρματηλατν μέτα.
ες ν χαιός, ες π Σπάρτης, δύο
Λίβυες ζυγωτν ρμάτων πιστάται·
κκενος ν τούτοισι Θεσσαλς χων
ππους, πέμπτος· κτος ξ Ατωλίας
705 ξανθασι πώλοις· βδομος Μάγνης νήρ·
δ γδοος λεύκιππος, Ανιν γένος·
νατος θηνν τν θεοδμήτων πο·
Βοιωτς λλος, δέκατον κπληρν χον.
στάντες δ θ ατος ο τεταγμένοι βραβς
710 κλήροις πηλαν κα κατέστησαν δίφρους,
χαλκς πα σάλπιγγος ξαν· ο δ μα
πποις μοκλήσαντες νίας χερον
σεισαν· ν δ πς μεστώθη δρόμος
κτύπου κροτητν ρμάτων· κόνις δ νω
715 φορεθ· μο δ πάντες ναμεμειγμένοι
φείδοντο κέντρων οδέν, ς περβάλοι
χνόας τις ατν κα φρυάγμαθ ππικά.
μο γρ μφ ντα κα τροχν βάσεις
φριζον, εσέβαλλον ππικα πνοαί.
720 κενος δ π ατν σχάτην στήλην χων
χριμπτ ε σύριγγα, δεξιν δ νες
σειραον ππον εργε τν προσκείμενον.
κα πρν μν ρθο πάντες στασαν δίφροις·
πειτα δ Ανινος νδρς στομοι
725 πλοι βί φέρουσιν, κ δ ποστροφς
τελοντες κτον βδομόν τ δη δρόμον
μέτωπα συμπαίουσι βαρκαίοις χοις·
κντεθεν λλος λλον ξ νς κακο
θραυε κνέπιπτε, πν δ πίμπλατο
730 ναυαγίων Κρισαον ππικν πέδον.
γνος δ οξ θηνν δεινς νιοστρόφος
ξω παρασπ κνοκωχεύει παρες
κλύδων φιππον ν μέσ κυκώμενον.
λαυνε δ σχατος μέν, στέρας χων
735 πώλους, ρέστης, τ τέλει πίστιν φέρων·
πως δ ρ μόνον νιν λλελειμμένον,
ξν δι των κέλαδον νσείσας θοας
πώλοις διώκει, κξισώσαντε ζυγ
λαυνέτην, τότ λλος, λλοθ τερος
740 κάρα προβάλλων ππικν χημάτων.
κα τος μν λλους πάντας σφαλής δρόμους
ρθοθ τλήμων ρθς ξ ρθν δίφρων·
πειτα, λύων νίαν ριστερν
κάμπτοντος ππου λανθάνει στήλην κραν
745 παίσας· θραυσε δ ξονος μέσας χνόας,
κξ ντύγων λισθε· σν δ λίσσεται
τμητος μσι· το δ πίπτοντος πέδ
πλοι διεσπάρησαν ς μέσον δρόμον.
στρατς δ πως ρ νιν κπεπτωκότα
750 δίφρων, νωτότυξε τν νεανίαν,
οἷ᾽ ργα δράσας οα λαγχάνει κακά,
φορούμενος πρς οδας, λλοτ οραν
σκέλη προφαίνων, στε νιν διφρηλάται,
μόλις κατασχεθόντες ππικν δρόμον,
755 λυσαν αματηρόν, στε μηδένα
γνναι φίλων δόντ ν θλιον δέμας.
καί νιν πυρ κέαντες εθς ν βραχε
χαλκ μέγιστον σμα δειλαίας σποδο
φέρουσιν νδρες Φωκέων τεταγμένοι,
760 πως πατρας τύμβον κλάχοι χθονός.
τοιατά σοι τατ στίν, ς μν ν λόγοις
λγεινά, τος δ δοσιν, οπερ εδομεν,
μέγιστα πάντων
ν πωπ γ κακν.

Μετάφραση:

ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ
Εσύ κοίταζε τα δικά σου. Εσύ όμως, ξένε, λέγε μου την αλήθεια:
με ποιον τρόπο εχάθηκε;

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Και μ έστειλαν γι αυτό και θα σου πω τα πάντα.
Εκείνος ήλθε στο καύχημα της Ελλάδας,
τους πολυθρύλητους αγώνες,
για την δόξα των δελφικών επάθλων.
Όταν άκουσε την οξύτατη φωνή
του ανδρός που εκήρυξε το αγώνισμα του δρόμου,
που κρίνεται πρώτο, μπήκε στον στίβο, έλαμπε,
όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί τον θαύμαζαν.
Το τέρμα του δρόμου υπήρξε ισάξιο με τη μορφή του·
βγήκε κρατώντας το βαρύτιμο έπαθλο της νίκης.
Και για να σου λέω πολλά με λίγα λόγια:
τέτοιου ανδρός έργα και θριάμβους δεν γνωρίζω.
Ένα να ξέρεις: σε όσους αγώνες κήρυξαν οι αγωνοθέτες
απέσπασε όλα τα έπαθλα·
τα πλήθη τον εμακάριζαν, ενώ ακουγόταν το «Αργείος,
το όνομα του Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα
που σήκωσε κάποτε τη δοξασμένη στρατιά της Ελλάδας».
Έως εδώ, όλα καλά· όταν όμως κάποιος θεός σε κατατρέχει,
δεν μπορείς να ξεφύγεις, όσο και αν είσαι δυνατός.
Έτσι, μιαν άλλη μέρα, όταν, την ώρα που έβγαινε ο ήλιος,
άρχιζε ο ταχύς αγώνας των αρμάτων,
μπήκε στο στίβο μαζί με πολλούς αρματηλάτες.
Ένας ήταν Αχαιός, ένας από την Σπάρτη,
δύο Κυρηναίοι, κυβερνήτες ζυγωτών αρμάτων·
κοντά σ αυτούς πέμπτος εκείνος με φορβάδες Θεσσαλικές·
ο έκτος ήταν Αιτωλός με ξανθά πουλάρια·
ο έβδομος κάποιος από την Μαγνησία
ο όγδοος είχε άλογα λευκά και ήταν από το γένος των Αινιάνων·
ο ένατος από την Αθήνα τη θεόκτιστη·
και ακόμα ένας, Βοιωτός, συμπληρώνοντας το δέκατο άρμα.
Στάθηκαν εκεί όπου τους έταξαν με κλήρο οι ορισμένοι κριτές
και όπου παρέταξαν τα άρματα·
όταν ήχησε η χάλκινη σάλπιγγα, πέταξαν·
οι αρματηλάτες φώναξαν στ άλογα
και με τα δυο τους χέρια τίναξαν τα ηνία·
το κροτάλισμα των αρμάτων απλώθηκε σε όλο τον στίβο·
η σκόνη ανέβαινε ψηλά·
όλοι τους πλάι-πλάι μαστίγωναν τους ίππους χωρίς έλεος,
θέλοντας ο καθένας ν αφήσει πίσω τους κύκλους των τροχών
και τα ρουθουνίσματα των αλόγων.
Γιατί τα νώτα των αναβατών, τους τροχούς των αρμάτων
τα έβρεχε ο αφρός, τα ζέσταινε η ανάσα των αλόγων.
Εκείνος, οδηγώντας το άρμα του σύρριζα στην έσχατη στήλη,
την άγγιζε ξυστά σε κάθε γύρο με τον άξονα των τροχών,
ενώ χαλάρωνε δεξιά το ακραίο άλογο
και ανέκοπτε τον άλλον που ακολουθούσε κατά πόδας.
Στην αρχή έστεκαν όλοι ορθοί πάνω στα άρματα·
άξαφνα όμως αφηνιάζουν τα ατίθασα πουλάρια του Αινιάνα
και πάνω στη στροφή, την ώρα που τέλειωναν τον έκτο γύρο
και έμπαιναν ήδη στον έβδομο,
συγκρούονται καταμέτωπα με το άρμα της Κυρήνης.
Από κει και πέρα χτυπούσε ο ένας πάνω στον άλλον
και συντρίβονταν, με τη συμφορά να τους ενώνει·
τα ναυάγια των αρμάτων εσκέπασαν όλο τον κάμπο της Κρίσας.
Βλέποντάς τους ο έξοχος ηνίοχος των Αθηνών,
εκτρέπει το άρμα και το συγκρατεί,
αφήνοντας να προσπεράσει το κύμα των αρμάτων
που στροβιλίζονταν στη μέση του στίβου·
έσχατος οδηγούσε το άρμα του ο Ορέστης,
που κρατούσε παραπίσω τις φορβάδες του, βέβαιος για την έκβαση·
μόλις όμως βλέπει τον Αθηναίο να χει απομείνει μόνος,
αφήνει οξύτατη κραυγή, που σφυρίζει στ
αυτιά των γρήγορων αλόγων,
και τον ακολουθεί· ευθυγραμμίζεται ζυγός με ζυγό,
τα δύο άρματα τρέχουν,
πότε προβάλλει εμπρός το κεφάλι του ενός
πότε του άλλου.
Όλους τους άλλους γύρους ο δύσμοιρος, χωρίς να πέσει,
κρατήθηκε ορθός με το άρμα του όρθιο·
όταν όμως χαλάρωσε το αριστερό λουρί,
την ώρα που το άλογο βρέθηκε πάνω στη στροφή,
χωρίς να το νιώσει, χτυπάει την άκρη της στήλης,
σπάζουν οι τροχοί εκεί που δένουν με τον άξονα,
γλιστράει από το άρμα και τυλίγεται στους σχιστούς ιμάντες.
Και καθώς εκείνος έπεφτε στο χώμα,
τα άλογα σκορπίστηκαν στην μέση του δρόμου.
Το πλήθος, όταν τον είδε να εκτινάσσεται από το άρμα,
σπάραξε για το παλληκάρι
που έπραξε τέτοια έργα
και του έλαχε τέτοια μοίρα,
άλλοτε να σέρνεται με το πρόσωπο στο χώμα,
και άλλοτε τα πόδια του να δείχνουν τον ουρανό,
ώσπου κάποτε οι αρματηλάτες
έκοψαν με κόπο την ορμή των αλόγων
και τον έλυσαν αιμόφυρτο.
Κανείς από αυτούς που τον αγάπησαν,
αν έβλεπε το θλιβερό κορμί του, δεν θα τον γνώριζε.
Και αφού τον έκαψαν στη νεκρική πυρά,
οι ορισμένοι άντρες από τη Φωκίδα, χωρίς να βραδύνουν,
φέρνουν μέσα σε μικρό χαλκό το μέγα σώμα της πικρής στάχτης,
για να λάβει ως κλήρο τάφο στην γη των πατέρων του.
Έτσι έγινε αυτό που έγινε, θλιβερό να το λες,
όμως γι αυτούς που το είδαν για μας που το είδαμε
από τα κακά που έχω δει ποτέ μου
το μέγιστο.


(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)


«
ΑΝΤΙΓΟΝΗ»

04 antigonh
 
Αρχαίο κείμενο:


ΧΟΡΟΣ
πολλ τ δειν κοδν ν-
θρώπου δεινότερον πέλει·
τοτο κα πολιο πέραν
335 πόντου χειμερί νότ
χωρε, περιβρυχίοισιν
περν π οδμασιν, θεν
τε τ
ν περτάταν, Γν
φθιτον, καμάταν, ποτρύεται,
340 λλομένων ρότρων τος ες τος,
ππεί γένει πολεύων.
κουφονόων τε φ
λον ρ-
νίθων μφιβαλν γει
κα θηρν γρίων θνη
345 πόντου τ εναλίαν φύσιν
σπείραισι δικτυοκλώστοις,
περιφραδς νήρ· κρατε
δ
μηχανας γραύλου
θηρς ρεσσιβάτα, λασιαύχενά θ
350
ππον χμάζεται μφ λόφον ζυγ
ορειόν τ κμτα ταρον.
κα
φθέγμα κα νεμόεν φρόνημα κα στυνόμους
ργς διδάξατο κα δυσαύλων
πάγων παίθρεια κα
355
δύσομβρα φεύγειν βέλη
παντοπόρος· πορος π οδν ρχεται
τ μέλλον· ιδα μόνον
φεξιν οκ πάξεται·
νόσων δ μηχάνων φυγς
360
ξυμπέφρασται.
σοφόν τι τ
μηχανόεν τέχνας πρ λπίδ χων
τοτ μν κακόν, λλοτ π σθλν ρπει.
νόμους παρείρων χθονς
θεν τ νορκον δίκαν
365 ψίπολις· πολις τ τ μ καλν
ξύνεστι τόλμας χάριν.
μήτ μο παρέστιος
γένοιτο μήτ σον φρονν
ς τάδ ρδοι.

Μετάφραση:

ΧΟΡΟΣ
Πολλά γεννούν το δέος·
το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά·
περνά τον αφρισμένο πόντο
με τις φουρτούνες του νοτιά,
στην μέση σκάβει το βαθύ
και φουσκωμένο κύμα·
και την υπέρτατη θεά, την Γη,
την άφθαρτη παιδεύει την ακάματη
οργώνοντας με τα καματερά
χρόνο τον χρόνο φιδοσέρνοντας τ
αλέτρι.

Και των αστόχαστων πτηνών
τις φυλές κυνηγά με τα βρόχια,
των αγρίων θηρίων τα έθνη,
των βυθών την υδρόβια φύτρα
με δίχτυα πλεγμένα στριφτά,
ο τετραπέρατος· τ
αγρίμι της βουνοκορφής
δαμάζει με τεχνάσματα· φορεί
στων αλόγων την πλούσια χαίτη ζυγό
και στον ταύρο, που βαρβάτος βοσκάει στα όρη.

Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά,
την σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων,
την όρεξη να ζει σε πολιτείες·
πώς να γλιτώνει το χαλάζι μες στ
αγιάζι,
την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο,
ο πολυμήχανος· αμήχανος δε θ
αντικρύσει
τα μελλούμενα· τον χάρο μόνο
να ξεφύγει δεν μπορεί·
μόλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές
σ
αγιάτρευτες αρρώστιες.

Τέχνες μαστορικές σοφίστηκε
που δεν τις βάζει ο νους
κι όμως μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει·
όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο
και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός
πολίτης· αλήτης και φυγάς,
όποιος κλωσσάει τ
άδικο, μακάρι και μ αποκοτιά,
ποτέ σε τράπεζα κοινή
ποτέ μου βούληση κοινή
με κείνον που τέτοια τολμάει.


(μετάφραση Κ. Χ. Μύρης)


9.
IΩΝ Ο ΧΙΟΣ (490-422 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας τραγικός και διθυραμβικός ποιητής της κλασικής περιόδου. Καταγόταν από την Χίο και ήταν γιος του Ορθομένη. ο Ίωνας έγραψε διθυράμβους, λυρικά ποιήματα, επιγράμματα, ωδές, παιάνες, ύμνους (Ύμνος εις τον Καιρόν), σκόλια, εγκώμια, ελεγείες, καθώς και ιστορικά, φιλοσοφικά και ταξιδιωτικά κείμενα. Από αυτά έχουν σωθεί μόνο σπαράγματα των ελεγειών του, τα οποία περιέχονται στην Ελληνική Ανθολογία, λυρικών ποιημάτων και των κειμένων «Επιδημίαι», «Χίου κτίσις» και «Τριαγμοί».

11. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (485-406 π.Χ.)
Υπήρξε τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδάσκαλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Ο Ευριπίδης εκτός ενός επινίκιου προς τιμή του Αλκιβιάδη που νίκησε στο άρμα και μιας ελεγείας προς τιμή των πεσόντων Αθηναίων στις Συρακούσες, εποίησε 92 δράματα ή 23 τετραλογίες αλλά στα χρόνια των βιογράφων του σώζονταν μόνο τα 78 εκ των οποίων τα 8 ήταν σατυρικά. Αν και η συγγραφική σταδιοδρομία του Ευριπίδη υπήρξε έντονη, εντούτοις επειδή προξένησε πολύ θόρυβο για την εποχή του, δεν τον επιδοκίμαζε ιδιαίτερα το κοινό, γεγονός που φαίνεται από το ότι ο Ευριπίδης αν και συμμετείχε πενήντα χρόνια στους δραματικούς αγώνες, βγήκε πρώτος σε αυτούς μόλις τέσσερις φορές.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:


«ΜΗΔΕΙΑ»

05 mhdeia
 
Αρχαίο κείμενο:

ΜΗΔΕΙΑ
Κορίνθιαι γυνακες, ξλθον δόμων,
215 μή μοί τι μέμφησθ· οδα γρ πολλος βροτν
σεμνος γεγτας, τος μν μμάτων πο,
το
ς δ ν θυραίοις· ο δ φ σύχου ποδς
δύσκλειαν κτήσαντο κα ῥᾳθυμίαν.
δίκη γρ οκ νεστ ν φθαλμος βροτν,
220 στις πρν νδρς σπλάγχνον κμαθεν σαφς
στυγε δεδορκώς, οδν δικημένος.
χρ δ ξένον μν κάρτα προσχωρεν πόλει·
οδ στν νεσ στις αθαδς γεγς
πικρς πολίταις στν μαθίας πο.
225 μο δ ελπτον πργμα προσπεσν τόδε
ψυχν διέφθαρκ· οχομαι δ κα βίου
χάριν μεθεσα κατθανεν χρζω, φίλαι.
ν γρ ν μοι πάντα, γιγνώσκει καλς,
κάκιστος νδρν κβέβηχ ομς πόσις.
230 πάντων δ σ στ μψυχα κα γνώμην χει
γυνακές σμεν θλιώτατον φυτόν·
ς πρτα μν δε χρημάτων περβολ
πόσιν πρίασθαι, δεσπότην τε σώματος
λαβεν· κακο γρ τοτ τ λγιον κακόν.
235 κν τδ γν μέγιστος, κακν λαβεν
χρηστόν· ο γρ εκλεες παλλαγα
γυναιξν, οδ οόν τ νήνασθαι πόσιν.
ς καιν δ θη κα νόμους φιγμένην
δε μάντιν εναι, μ μαθοσαν οκοθεν,
240 πως μάλιστα χρήσεται ξυνευνέτ.
κν μν τάδ μν κπονουμέναισιν ε
πόσις ξυνοικ μ βί φέρων ζυγόν,
ζηλωτς αών· ε δ μή, θανεν χρεών.
νρ δ, ταν τος νδον χθηται ξυνών,
245 ξω μολν παυσε καρδίαν σης·
{
πρς φίλον τιν πρς λικα τραπείς·}
μν δ νάγκη πρς μίαν ψυχν βλέπειν.
λέγουσι δ μς ς κίνδυνον βίον
ζμεν κατ οκους, ο δ μάρνανται δορί·
250 κακς φρονοντες· ς τρς ν παρ σπίδα
στναι θέλοιμ ν μλλον τεκεν παξ.
λλ ο γρ ατς πρς σ κμ κει λόγος·
σο μν πόλις θ δ στ κα πατρς δόμοι
βίου τ νησις κα φίλων συνουσία,
255 γ δ ρημος πολις οσ βρίζομαι
πρς νδρός, κ γς βαρβάρου λελσμένη,
ο μητέρ, οκ δελφόν, οχ συγγεν
μεθορμίσασθαι τσδ χουσα συμφορς.
τοσοτον ον σου τυγχάνειν βουλήσομαι,
260 ν μοι πόρος τις μηχανή τ ξευρεθ
πόσιν δίκην τνδ ντιτείσασθαι κακν,
{
τν δόντα τ ατ θυγατέρ ν τ γήματο,}
σιγν. γυν γρ τλλα μν φόβου πλέα
κακή τ ς λκν κα σίδηρον εσορν·
265 ταν δ ς ενν δικημένη κυρ,
οκ στιν λλη φρν μιαιφονωτέρα.

Μετάφραση:

ΜΗΔΕΙΑ
Γυναίκες Κορίνθιες. Από το σπίτι βγήκα
την μομφή σας να αποφύγω.
Γνωρίζω ανθρώπους πολλούς υπερήφανους
άλλους κρυμμένους κι άλλους έξω στον δρόμο.
Άλλοι πάλι εξαιτίας του ήσυχου βίου τους
κακό απόκτησαν όνομα και ραθυμία.
Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στα μάτια του κόσμου.
Προτού βαθιά ερευνήσουν τι κρύβεις στα σπλάχνα σου
με μίσος σε βλέπουν δίχως σε τίποτε να έχουν αδικηθεί.
Χρέος του ξένου είναι βεβαίως
με την πόλη εντελώς να συντάσσεται.
Ούτε επαινώ τον αυθάδη εκείνο αστό
που πικραίνει τους συμπολίτες του με αλαζονεία.
Εμένα όμως τι χτύπημα απρόσμενο με βρήκε
και την ζωή μου χάλασε.
Χάνομαι, φίλες.
Αφήνω τις χαρές του βίου μου και πρέπει να πεθάνω.
Ήταν για μένα η ζωή μου όλη ο Ιάσων.
Καλά το γνωρίζει κι ο ίδιος.
Τώρα βρέθηκε να
ναι ο χειρότερος όλων ο άντρας μου.

Από όλα τα έμψυχα όντα, τα νοήμονα
εμείς οι γυναίκες είμαστε το αθλιότερο φύτρο.
Πρώτα με χρήματα άφθονα πρέπει
τον άντρα μας να αγοράζουμε
κι αφέντη στο κορμί μας επιβάλλουμε.
Χειρότερο άλλο κακό δεν υπάρχει.
Κι είναι εδώ η αγωνία η μεγαλύτερη,
αν πήρες άντρα χρηστό ή άχρηστο.
Για τις γυναίκες βέβαια τιμητικό το διαζύγιο δεν είναι.
Ούτε μπορείς να αποφεύγεις τον άντρα σου.
Κι αν ευρεθείς σε άλλες συνήθειες και νόμους
πρέπει να γίνεις μάντης
για όσα δεν σου έμαθε το πατρικό σου
πώς δηλαδή καλύτερα τον σύζυγό σου να υπηρετείς.
Κι αν όλα τούτα επιτύχουμε με κόπο
κι ο άντρας μας συζεί μαζί μας
χωρίς να νιώθει βάρος το ζυγό του γάμου,
αξιοζήλευτη ζωή περνούμε.
Αλλιώς ο θάνατος μας πρέπει.
Ο άντρας αν βαρεθεί μέσα στο σπίτι του
βγαίνει έξω και της καρδιάς το βάρος ελαφρώνει
κοντά σε φίλους και σε συνομίληκους.
Λένε οι άντρες πως εμείς ακίνδυνη ζωή
στο σπίτι ζούμε ενώ εκείνοι πολεμούν στη μάχη.
Ανόητοι άντρες.
Τρεις φορές θα προτιμούσα σε ώρα μάχης
δίπλα στην ασπίδα να σταθώ
από το να γεννήσω μια φορά.

Όμως τα λόγια τούτα σε μένα μοναχά ταιριάζουν.
Εσύ έχεις πόλη, σπίτι πατρικό,
του βίου την απόλαυση, την συντροφιά των φίλων.
Εγώ είμαι έρημη. Χωρίς πατρίδα
από τον άντρα μου ταπεινωμένη,
λάφυρο από γη βαρβαρική.
Ούτε μητέρα, ούτε αδελφό, συγγενή κανένα
δεν έχω λιμάνι στην συμφορά μου αυτή.
Μια χάρη ωστόσο να σου ζητήσω επιθυμώ:
αν κάποιον τρόπο, κάποιο τέχνασμα εξευρεθεί
τον άντρα μου για τα τόσα εγκλήματα να αντιπληρώσω, σιωπή τότε!
Γεμάτη βέβαια είναι από φόβο η γυναίκα.
Στα χέρια αδύναμη, τα όπλα αποστρέφεται.
Αν όμως βρεθεί στην κλίνη της αδικημένη
πνεύμα πιο αιμοβόρο απ
αυτήν δεν υπάρχει.

(μετάφραση Γιώργης Γιατρομανωλάκης)


«
BAKXAI»

06 vakxai

Αρχαίο κείμενο:


ΧΟΡΟΣ
νεπέ μοι, φράσον· τίνι μόρ θνσκει
δικος δικά τ κπορίζων νήρ;

ΑΓΓΕΛΟΣ
πε θεράπνας τσδε Θηβαίας χθονς
λιπόντες ξέβημεν σωπο οάς,
1045 λέπας Κιθαιρώνειον εσεβάλλομεν
Πενθεύς τε κγώ (δεσπότ γρ επόμην)
ξένος θ ς μν πομπς ν θεωρίας.
πρ
τον μν ον ποιηρν ζομεν νάπος,
τά τ κ ποδν σιγηλ κα γλώσσης πο
1050 σζοντες, ς ρμεν οχ ρώμενοι.
ν δ γκος μφίκρημνον, δασι διάβροχον,
πεύκαισι συσκιάζον, νθα μαινάδες
καθντ χουσαι χερας ν τερπνος πόνοις.
α μν γρ ατν θύρσον κλελοιπότα
1055 κισσ κομήτην αθις ξανέστεφον,
α δ κλιποσαι ποικίλ ς πλοι ζυγ
βακχεον ντέκλαζον λλήλαις μέλος.
Πενθε
ς δ τλήμων θλυν οχ ρν χλον
λεξε τοιάδ· « ξέν, ο μν σταμεν
1060 οκ ξικνομαι μαινάδων σσοις νόθων·
χθων δ π μβς ς λάτην ψαύχενα
δοιμ ν ρθς μαινάδων ασχρουργίαν.»
το
ντεθεν δη το ξένου τ θαμ ρ·
λαβ
ν γρ λάτης οράνιον κρον κλάδον
1065 κατγεν γεν γεν ς μέλαν πέδον·
κυκλοτο δ στε τόξον κυρτς τροχς
τόρν γραφόμενος περιφορν λκεδρόμον·
ς κλν ρειον ξένος χερον γων
καμπτεν ς γν, ργματ οχ θνητ δρν.
1070 Πενθέα δ δρύσας λατίνων ζων πι
ρθν μεθίει δι χερν βλάστημ νω
τρέμα, φυλάσσων μ ναχαιτίσειέ νιν,
ρθ δ ς ρθν αθέρ στηρίζετο
χουσα νώτοις δεσπότην φήμενον.
1075 φθη δ μλλον κατεδε μαινάδας·
σον γρ οπω δλος ν θάσσων νω,
κα τν ξένον μν οκέτ εσορν παρν,
κ δ αθέρος φωνή τις, ς μν εκάσαι
Διόνυσος, νεβόησεν· « νεάνιδες,
1080 γω τν μς κμ τμά τ ργια
γέλων τιθέμενον· λλ τιμωρεσθέ νιν.»
κα ταθ μ γόρευε κα πρς ορανν
κα γααν στήριζε φς σεμνο πυρός.
σίγησε δ αθήρ, σγα δ λιμος νάπη
1085 φύλλ εχε, θηρν δ οκ ν κουσας βοήν.
α δ σν χν ο σαφς δεδεγμέναι
στησαν ρθα κα διήνεγκαν κάρα.
δ αθις πεκέλευσεν· ς δ γνώρισαν
σαφ κελευσμν Βακχίου Κάδμου κόραι
1090 ξαν πελείας κύτητ οχ σσονες
{
ποδν χουσαι συντόνοις δρομήμασι
μήτηρ γαύη σύγγονοί θ μόσποροι}
πσαί τε βάκχαι, δι δ χειμάρρου νάπης
γμν τ πήδων θεο πνοασιν μμανες.
1095 ς δ εδον λάτ δεσπότην φήμενον,
πρτον μν ατο χερμάδας κραταιβόλους
ρριπτον, ντίπυργον πιβσαι πέτραν,
ζοισί τ λατίνοισιν κοντίζετο,
λλαι δ θύρσους εσαν δι αθέρος
1100 Πενθέως, στόχον δύστηνον, λλ οκ νυτον.
κρεσσον γρ ψος τς προθυμίας χων
καθσθ τλήμων, πορί λελημμένος.
τέλος δ δρυνοις συντριαινοσαι κλάδοις
ίζας νεσπάρασσον σιδήροις μοχλος.
1105 πε δ μόχθων τέρματ οκ ξήνυτον,
λεξ γαύη· «φέρε, περιστσαι κύκλ
πτόρθου λάβεσθε, μαινάδες, τν μβάτην
θρ ς λωμεν μηδ παγγείλ θεο
χορος κρυφαίους.» α δ μυρίαν χέρα
1110 προσέθεσαν λάτ κξανέσπασαν χθονός.
ψο δ θάσσων ψόθεν χαμαιριφς
πίπτει πρς οδας μυρίοις ομώγμασιν
Πενθεύς· κακο γρ γγς ν μάνθανεν.

Μετάφραση:

ΧΟΡΟΣ
Λέγε μου, ιστόρησε, με τι θάνατο επήγε
ο άδικος άνδρας που έπραττε το άδικο;


ΑΓΓΕΛΟΣ
Όταν αφήσαμε πίσω μας τις παρυφές της Θήβας,
περάσαμε τις ροές του Ασωπού
και προχωρήσαμε στα βράχια του Κιθαιρώνα
ο Πενθέας, εγώ -εγώ συνόδευα τον αφέντη μου-
και μαζί μας ο ξένος, που μας οδηγούσε στο ταξίδι.
Σταματήσαμε πρώτα σε μια χλοερή κοιλάδα.
Εσίγησαν τα βήματα μας και η γλώσσα μας,
για να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν.
Ήταν ένα φαράγγι ανάμεσα σε γκρεμούς·
έτρεχαν νερά, το σκέπαζε ο ίσκιος του πεύκου.
Εκεί εκάθονταν οι μαινάδες,
με τα χέρια τους δοσμένα σε τερπνά έργα.
Άλλες έστεφαν πάλι με κισσό τον γυμνωμένο θύρσο,
για να γίνει πυκνόμαλλος,
και άλλες, σαν τα πουλάρια
που απαλλάχθηκαν από τον σκαλιστό ζυγό,
αντιφωνώντας τραγουδούσαν μελωδίες βακχικές.
Και ο Πενθέας ο άμοιρος,
που δεν έβλεπε το πλήθος των γυναικών, είπε:
«Ξένε, από εδώ που στεκόμαστε
το βλέμμα μου δεν φτάνει τις ψευτομαινάδες.
Αν όμως ανεβώ πάνω στο ύψωμα,
αν σκαρφαλώσω στον υψηλό αυχένα ενός ελάτου,
θα δω καλά τα αίσχη των μαινάδων.»

Και αμέσως βλέπω το θαύμα του ξένου.
Έπιασε την ουρανομήκη κορυφή ενός ελάτου
και την έφερνε, την έφερνε, την έφερνε στο μαύρο χώμα.
Ελύγιζε όπως λυγίζει το τόξο ή όπως ο κυρτός τροχός
παίρνει το σχήμα που χάραξε ο τόρνος.
Έτσι ο ξένος, οδηγώντας με τα χέρια του το κλωνάρι των βουνών,
το χαμήλωνε στο χώμα,
τα έργα του δεν ήσαν έργα ενός θνητού.
Στερέωσε τον Πενθέα πάνω στα ελάτινα κλαδιά
και ανάμεσα στις παλάμες του άφηνε απαλά το βλαστάρι
να πάει ψηλά, προσέχοντας να μην εκτιναχθεί.
Υψώθη ορθό στον ορθό ουρανό,
με τον αφέντη καθισμένο στη ράχη του.
Όμως πιο πολύ τον είδαν παρά που είδε τις μαινάδες.
Γιατί καλά-καλά δεν πρόφτασε να φανεί καθισμένος ψηλά,
και άξαφνα ο ξένος είχε γίνει άφαντος.
Μια φωνή -πιστεύω του Διονύσου-
αντήχησε από το βάθος του αιθέρα:
«Γυναίκες, φέρνω εκείνον που χλευάζει εσάς,
εμένα, τα όργιά μου.
Τιμωρήστε τον».
Όσο μιλούσε, ανάμεσα στον ουρανό και στη γη
είχε απλωθεί ένα φως ιερού πυρός.
Σίγησε ο αιθέρας,
σίγησαν τα φύλλα στο δασωμένο φαράγγι,
φωνή αγριμιού δεν άκουγες.
Οι μαινάδες δεν άκουσαν καθαρά τον ήχο,
σηκώθηκαν ορθές, έφεραν ένα γύρο το κεφάλι.
Εκείνος τις κάλεσε πάλι.
Όταν οι κόρες του Κάδμου αναγνώρισαν την προσταγή του Βάκχου,
που ήχησε ολοκάθαρη,
όρμησαν γρήγορες σαν το περιστέρι
και μαζί τους οι βάκχες όλες.
Μέσα από την κοίτη του χειμάρρου και από γκρεμούς πηδούσαν,
ξέφρενες από τις πνοές του θεού.
Μόλις είδαν τον αφέντη μου καθισμένο επάνω στο έλατο,
ανέβηκαν σ ένα βράχο που υψωνόταν απέναντι σαν πύργος
και άρχισαν να του ρίχνουν πέτρες με όλη τους τη δύναμη
και να εξακοντίζουν ελάτινους κλώνους.
Άλλες πετούσαν μέσα από τον αιθέρα θύρσους
σημαδεύοντας τον Πενθέα ένα στόχο θλιβερό, όμως ματαίως.
Πιο ψηλά και από τον ζήλο τους καθόταν ο άμοιρος,
παγιδευμένος και αμήχανος.
Στο τέλος, έσκαβαν τις ρίζες
και με κλάδους δρυός, λοστούς όχι από σίδερο,
πάλευαν να ξεριζώσουν το έλατο.
Και όταν μοχθούσαν και δεν έφταναν τον στόχο,
είπε η Αγαύη: «Εμπρός, μαινάδες,
κυκλώστε το δέντρο και αδράξτε τον κορμό του,
να πιάσουμε το αγρίμι εκεί ψηλά,
να μην προδώσει τους κρυφούς χορούς του θεού.»
Εκείνες άρπαξαν το έλατο με χίλια χέρια
και το σήκωσαν από το χώμα.
Έτσι ψηλά που εκαθόταν, από ψηλά γκρεμίζεται ο Πενθέας,
πέφτει στο χώμα με βογγητό ακατάπαυτο.
Καταλάβαινε ότι βρισκόταν κοντά στο κακό.


(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)


12. ΑΓΑΘΩΝ (448-401 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής, φίλος του Ευριπίδη, του Πλάτωνος και μαθητής του Σωκράτη. Οι τραγωδίες του δεν σώζονται πια σήμερα. Ο Αγάθων καινοτόμησε στα χορικά κάνοντάς τα εμβόλιμα, δηλαδή χωρίς συνάφεια με την υπόθεση του δράματος (γεγονός για το οποίο τον κατακρίνει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική). Επίσης καινοτόμησε και στη μουσική των τραγωδιών. Από τις τραγωδίες του μας είναι γνωστές οι: Aνθεύς, Θυέστης, Μυσοί και Τήλεφος.

13. ΑΣΤΥΔΑΜΑΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Αθηναίος τραγικός ποιητής του 4ου αιώνα π.Χ.. Ήταν γιος του επίσης ποιητή Μαρσίμου και από την ίδια οικογένεια του Αισχύλου. Λέγεται πως οι περισσότερες πληροφορίες που αναφέρονται γι΄ αυτόν τον ποιητή στο Λεξικό του Σουίδα τόσο για τον αριθμό των έργων που έγραψε, αναφέρονται 240 δράματα, όσο και για τις νίκες που έλαβε, περίπου 15, προέρχονται ίσως από τον "Βίο του Αστυδάμαντος" του Αστυδάμαντος του νεότερου, (του γιου του), που αποδίδονται λάθος στον ποιητή αυτόν.

14. ΘΕΟΔΕΚΤΗΣ (4ος αιώνας π.Χ. ακμή)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ρήτορας και ποιητής, που άκμασε στα μέσα του 4ο αιώνα π.Χ.. Ο Θεοδέκτης είχε χρηματίσει μαθητής του Ισοκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Κρίθηκε πιο αξιόλογος ως διαλεκτικός φιλόσοφος παρά ως ποιητής. Στην δε ιδιαίτερη πατρίδα του, στην Φασηλίδα της Λυκίας τιμήθηκε με μεγάλο ανδριάντα στην αγορά της πόλης. Σ΄ αυτόν αποδίδονται πολλά συγγράμματα υπό τους τίτλους "Σωκράτους απολογία", "Νόμοι", "Ρητορική τέχνη", και περίπου 50 τραγωδίες εκ των οποίων διασώθηκαν μόνο κάποιοι τίτλοι και ελάχιστα αποσπάσματα.

15. ΞΕΝΟΚΛΗΣ (4ος αιώνας π.Χ. ακμή)
Ήταν αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής, γιος του Καρκίνου επίσης τραγικού ποιητή. Ο Ξενοκλής ήταν σύγχρονος του Αριστοφάνη, από τον οποίο και διακωμωδείται συχνά όποτε διδόταν η ευκαιρία, όπως π.χ. στις "Νεφέλες". Εξ αυτών φαίνεται ότι δεν υπήρξε και τόσο περίφημος ποιητής. Αντίθετα όμως από τις απόψεις του Αριστοφάνη που διακωμωδούσε τους πάντες, όπως μας πληροφορεί ο Κλαύδιος Αιλιανός το έτος 415 π.Χ. ο Ξενοκλής νίκησε τον Ευριπίδη στο ποιητικό αγώνα του έτους εκείνου με την τετραλογία του "Οιδίπους - Λυκάων - Βάκχαι - Αδάμας" που δυστυχώς όμως το έργο αυτό δεν έχει διασωθεί.

17. ΧΑΙΡΗΜΩΝ (380 π.Χ. ακμή)
Με το όνομα Χαιρήμων φέρεται αρχαίος Άθηναίος τραγικός ποιητής που άκμασε περίπου το 380 π.Χ..Από τα έργα του μόνο λιγα αποσπάσματα έχουν διασωθεί καθώς και κάποια επιγράμματά του στην Ελληνική Ανθολογία. Ο ποιητής Χαιρήμων μνημονεύεται επίσης (Σουίδας) και ως κωμικός ποιητής, που φέρεται και να είναι αυτός που εισήγαγε στη τραγωδία σκηνές από τον κοινό βίο με τάση διακωμώδησης.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΟΙΝΕΥΣ»

Αρχαίο κείμενο:

ΟΙΝΕΥΣ
κειτο δ μν λευκν ες σεληνόφως
φαίνουσα μαστν λελυμένης πωμίδος,
τς δ α χορεία λαγόνα τν ριστερν
λυσε· γυμν δ αθέρος θεάμασιν
5 ζσαν γραφν φαινε, χρμα δ μμασιν
λευκν μελαίνης ργον ντηύγει σκις.
λλη δ γύμνου καλλίχειρας λένας,
λλης προσαμπέχουσα θλυν αχένα.
δ αγέντων χλανιδίων π πτυχας
10 φαινε μηρόν, κξεπεσφραγίζετο
ρας γελώσης χωρς λπίδων ρως.
πνωμέναι δ πιπτον λενίων πι,
ων τε μελανόφυλλα συγκλσαι πτερ
κρόκον θ, ς λιδες ες φάσματα
15 πέπλων σκις εδωλον ξωμόργνυτο,
ρσ δ θαλερς κτραφες μάρακος
λειμσι μαλακος ξέτεινεν αχένας.

Μετάφραση:


ΟΙΝΕΑΣ
Η μια, ξαπλωμένη στο χώμα,
με το χιτώνα λυμένο στον ώμο,
άφηνε να φανεί το στήθος της στο χλομό φως του φεγγαριού.
Της άλλης ο χορός της ελευθέρωσε την αριστερή λαγόνα·
γυμνή φανέρωνε στα βλέμματα του αιθέρα ζωντανή ζωγραφιά
και η λευκή χροιά του δέρματός της έλαμπε μέσα στα μάτια,
έργο της μαύρης σκιάς.
Άλλη εγύμνωνε τους ωραίους βραχίονες,
αγκαλιάζοντας τον τρυφερό λαιμό μιας άλλης.
Εκείνη, ανάμεσα στις πτυχές του σχισμένου χιτώνα,
άφηνε να φανεί ο μηρός
και γι αυτή τη γελαστή νιότη
χαραζόταν βαθιά ο έρωτας ο χωρίς ελπίδα.
Δαμασμένες από τον ύπνο έπεφταν πάνω σε άγριους βασιλικούς,
τσακίζοντας τα μαύρα πέταλα των μενεξέδων
και τον κρόκο, που αποτύπωνε πάνω στους πέπλους
εικόνα όμοια με του ήλιου·
και η θαλερή ματζουράνα που την έθρεψε η δροσιά
άπλωνε στο λιβάδι τα τρυφερά βλαστάρια της.


(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)


18. ΛΥΚΟΦΡΩΝ (320-280 π.Χ.)
Υπήρξε σπουδαίος ποιητής, κυρίως τραγδός και λόγιος. Γεννήθηκε στην Χαλκίδα. Ερχόμενος στην αρχή στην Αθήνα καλλιέργησε το σατυρικό δράμα ονομάζοντάς το "Μενέδημον". Βραδύτερα ασχολήθηκε με την τραγωδία δημιουργώντας 64, κατ΄ άλλους 46, όλα δράματα εκ των οποίων σήμερα είναι γνωστοί μόνο 20 τίτλοι. Έχει όμως περισωθεί απόσπασμα από το σπουδαίο ποίημά του "Πελοπίδες" καθώς και έτερο που περιέχει 1474 ιαμβικούς στίχους με την επιγραφή "Αλεξάνδρα" ή "Κασσάνδρα". 

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.


19. ΜΟΣΧΙΩΝ (3ος αιώνας π.Χ.)
Απο τον τραγικό ποιητή Μοσχίωνα, σώζονται περίπου δέκα αποσπάσματα (70 στιχοι).


Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΤΙΤΛΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ»

07 atitlo apospasma

Αρχαίο κείμενο:


πρτον δ νειμι κα διαπτύξω λόγ
ρχν βροτείου κα κατάστασιν βίου.
ν γάρ ποτ αἰὼν κενος, ν πηνίκα
θηρσ
‹ν› διαίτας εχον μφερες βροτοί,
5 ρειγεν σπήλαια κα δυσηλίους
φάραγγας
νναίοντες· οδέπω γρ ν
ο
τε στεγήρης οκος οτε λανοις
ε
ρεα πύργοις χυρωμένη πόλις.
ο
μν ρότροις γκύλοις τέμνετο
10 μέλαινα καρπο βλος μπνίου τροφός,
ο
δ ργάτης σίδηρος ειώτιδος
θάλλοντας ο
νης ρχάτους τημέλει,
λλ ν κύμων †κωφεύουσα έουσα γ.
βορα
δ σαρκοβρτες λληλοκτόνους
15 παρεχον ατος δατας· ν δ μν νόμος
ταπεινός,
βία δ σύνθρονος Διί·
δ σθενς ν τν μεινόνων βορά.
πε δ τίκτων πάντα κα τρέφων χρόνος
τ
ν θνητν λλοίωσεν μπαλιν βίον,
20 ετ ον μέριμναν τν Προμηθέως σπάσας
ε
τ ον νάγκην ετε τ μακρ τριβ
α
τν παρασχν τν φύσιν διδάσκαλον,
τόθ
ηρέθη μν καρπς μέρου τροφς
Δήμητρος
γνς, ηρέθη δ Βακχίου
25 γλυκεα πηγή, γαα δ πρν σπορος
δη ζυγουλκος βουσν ροτρεύετο,
στη δ πυργώσαντο κα περισκεπες
τευξαν οκους κα τν γριωμένον
ε
ς μερον δίαιταν γαγον βίον.
30 κκ τοδε τος θανόντας ρισεν νόμος
τύμβοις καλύπτειν κ
πιμοιρσθαι κόνιν
νεκρο
ς θάπτοις, μηδ ν φθαλμος ἐᾶν
τ
ς πρόσθε θοίνης μνημόνευμα δυσσεβές.

Μετάφραση:


Πρώτα όμως θα πάω πίσω και θα ξετυλίξω με τον λόγο
πώς άρχισε και πώς εδραιώθηκε ο θνητός βίος.
Ήτανε κάποτε μια εποχή που οι θνητοί
είχαν συνήθειες όμοιες με τα ζώα,
που κατοικούσαν σε σπηλιές πάνω στα όρη
και σε ανήλιαγα φαράγγια· γιατί δεν υπήρχε ακόμη
ούτε το στεγασμένο σπίτι ούτε η απλόχωρη πόλη
οχυρωμένη με πέτρινους πύργους.
Το γαμψό άροτρο δεν έσχιζε το σκούρο χώμα,
που τρέφει το καρπερό σιτάρι,
και το φιλόπονο σίδερο δεν φρόντιζε
τις χλοερές σειρές της βακχικής αμπέλου·
η γης ήτανε στείρα, σκληρή, αφιλόξενη.
Η σαρκοβόρος βρώση τους επρόσφερε αλληλοκτόνα δείπνα.
Ο νόμος ήταν ανίσχυρος, η βία μοιραζόταν τον θρόνο με τον Δία·
τον αδύναμο τον κατασπάραζαν οι ισχυρότεροι.
Όταν όμως ο χρόνος, που γεννάει και τρέφει τα πάντα,
έστρεψε τον θνητό βίο σε δρόμο αντίστροφο,
είτε επιστρατεύοντας τον στοχασμό του Προμηθέα
είτε την ανάγκη είτε με την μακρόχρονη τριβή
καθιστώντας διδάσκαλο την ίδια την φύση,
τότες ευρέθη ο καρπός της ήμερης τροφής της αγνής Δήμητρας,
ευρέθηκε η γλυκιά πηγή του Βάκχου,
η γη, έως τότε άσπαρτη,
οργωνόταν ήδη από βόδια που σέρναν τον ζυγό·
ύψωσαν πόλεις με τείχη και πύργους,
έχτισαν στεγασμένα σπίτια
και από τον άγριο βίο οδηγήθηκαν στην ήμερη διαβίωση.
Από τότε όρισε ο νόμος να σκεπάζουν με τάφους όσους πεθαίνουν
και στους άθαφτους νεκρούς να προσφέρουν
τον κλήρο της σκόνης που δικαιούνται
και να μην αφήνουν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων
την ασεβή ανάμνηση των αλλοτινών δείπνων.


(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)


20. ΣΩΣΙΘΕΟΣ (3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής του 3ου αι. π.Χ. Έζησε στην Αθήνα και την Αίγυπτο και συγκαταλέγεται μεταξύ των ποιητών της Αλεξανδρινής πλειάδας. Από το σατυρικό του έργο «Δάφνις» ή «Λυτιέρσας» διασώθηκε μόνο ένα απόσπασμα από τον Στοβαίο καθώς και κάποιοι άλλοι στίχοι από άλλο ποίημα επιγραφόμενο «Εξ Α(ε)θλίου».

21. ΣΩΣΙΦΑΝΗΣ (3ος αιώνας π.Χ.)
Τραγικός ποιητής που καταγόταν από τις Συρακούσες, και έγραψε 73 δράματα, με 7 πρώτες νίκες. Μια από τις τραγωδίες του τιτλοφορείται  «Μελέαγρος». Από τα έργα του σώθηκαν μόνο αποσπάσματα.



****************


Πηγές:


http://www.greek-language.gr
https://el.wikipedia.org
http://g-pribas.pblogs.gr
http://greek_greek.enacademic.com
https://www.clevelandart.org/art/2000.71
http://sapereaudeclasicas.blogspot.gr
https://zombiespacecats.wordpress.com
http://musiccriticsinathens.blogspot.gr
http://bigthink.com



Pin It

Σχετικά με Εμάς

Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού «ΕΛΞΕΥΣΙΣ», είναι Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με έδρα τον Βόλο. Παρ' ό,τι προϋπήρχε σαν πολιτιστικός φορέας, προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας του Ινστιτούτου, από την πολιτιστική πρόκληση των δράσεων, εκτός των Ελλαδικών πλέον συνόρων.

Φορέας πολιτισμού, με πολυετή πείρα και έντονη δραστηριότητα στις τέχνες και τον πολιτισμό. Ανάμεσα στους σκοπούς του είναι και οι προσεγγίσεις των πολιτισμικών – πολιτιστικών διαδρομών που αφορούνε στο σύνολό τους τον ελληνικό πολιτισμό, από την γέννησή του έως και σήμερα, αλλά και την διάδοσή του σε όλον τον κόσμο.


Περισσότερα...

Στοιχεία - Διεύθυνση

Επικοινωνία
"ΕΛΞΕΥΣΙΣ"
Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού
+30 24210 20038 / + 30 698 8085300
info@elxefsis.com
elxefsis@gmail.com
Διεύθυνση
Γαλλίας 73 / Μαγνησία - Βόλος
Τ.Κ. 38221