Pin It

ΕΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣH




ΟΜΗΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 11ος – 8ος αιώνας π.Χ.

1.
OΜΗΡΟΣ (9ος-8ος αιώνας π.Χ.)
Ο μεγαλύτερος επικός ποιητής του κόσμου. Γεννήθηκε στην Σαλαμίνα (της Κύπρου), όμως κι άλλες πόλεις τον διεκδικούν.
Φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη».

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΙΛΙΑΣ»

01 ilias

Αρχαίο
κείμενο:

1
Μνιν ειδε θε Πηληϊάδεω χιλος
ο
λομένην, μυρί᾿ χαιος λγε᾿ θηκε,
πολλ
ς δ᾿ φθίμους ψυχς ϊδι προΐαψεν
ρώων, ατος δ λώρια τεχε κύνεσσιν


5 οωνοσί τε πσι· Δις δ᾿ τελείετο βουλή,
ξ ο δ τ πρτα διαστήτην ρίσαντε
τρεΐδης τε ναξ νδρν κα δος χιλλεύς.
T
ίς τ᾿ ρ σφωε θεν ριδι ξυνέηκε μάχεσθαι;
Λητο
ς κα Δις υός· γρ βασιλϊ χολωθες


10 νοσον ν στρατν ρσε κακήν, λέκοντο δ λαοί,
ο
νεκα τν Χρύσην τίμασεν ρητρα
τρεΐδης· γρ λθε θος π νας χαιν
λυσόμενός τε θύγατρα φέρων τ
᾿ περείσι᾿ ποινα,
στέμματ
᾿ χων ν χερσν κηϐόλου πόλλωνος


15 χρυσέ ν σκήπτρ, κα λίσσετο πάντας χαιούς,
τρεΐδα δ μάλιστα δύω, κοσμήτορε λαν·
«
τρεΐδαι τε κα λλοι ϋκνήμιδες χαιοί,
μν μν θεο δοεν λύμπια δώματ᾿ χοντες
κπέρσαι Πριάμοιο πόλιν, ε δ᾿ οκαδ᾿ κέσθαι


20 παδα δ᾿ μο λύσαιτε φίλην, τ δ᾿ ποινα δέχεσθαι,
ζόμενοι Δις υἱὸν κηϐόλον πόλλωνα.»
νθ᾿ λλοι μν πάντες πευφήμησαν χαιο
αδεσθαί θ᾿ ερα κα γλα δέχθαι ποινα·
λλ᾿ οκ τρεΐδ γαμέμνονι νδανε θυμ,


25λλ κακς φίει, κρατερν δ᾿ π μθον τελλε·
«Μή σε, γέρον, κοίλ
σιν γ παρ νηυσ κιχείω
νν δηθύνοντ᾿ στερον ατις όντα,
μή νύ τοι ο
χραίσμ σκπτρον κα στέμμα θεοο·
τ
ν δ᾿ γ ο λύσω· πρίν μιν κα γρας πεισιν


30μετέρ ν οκ ν ργεϊ, τηλόθι πάτρης,
στν ποιχομένην κα μν λέχος ντιόωσαν·
λλ᾿ θι, μή μ᾿ ρέθιζε, σαώτερος ς κε νέηαι.»
ς φατ᾿, δεισεν δ᾿ γέρων κα πείθετο μύθ·
β
δ᾿ κέων παρ θνα πολυφλοίσϐοιο θαλάσσης·


35 πολλ δ᾿ πειτ᾿ πάνευθε κιν ρθ᾿ γεραις
πόλλωνι νακτι, τν ΰκομος τέκε Λητώ·
«Κλ
θί μευ ργυρότοξ᾿, ς Χρύσην μφιϐέϐηκας
Κίλλαν τε ζαθέην Τενέδοιό τε
φι νάσσεις,
Σμινθε
, ε ποτέ τοι χαρίεντ᾿ π νην ρεψα,


40 ε δή ποτέ τοι κατ πίονα μηρί᾿ κηα
ταύρων
δ᾿ αγν, τ δέ μοι κρήηνον έλδωρ·
τίσειαν Δαναο
μ δάκρυα σοσι βέλεσσιν.»
ς φατ᾿ εχόμενος, το δ᾿ κλυε Φοῖϐος πόλλων,
β
δ κατ᾿ Ολύμποιο καρήνων χωόμενος κρ,


45 τόξ᾿ μοισιν χων μφηρεφέα τε φαρέτρην·
κλαγξαν δ᾿ ρ᾿ ϊστο π᾿ μων χωομένοιο,
α
το κινηθέντος· δ᾿ ϊε νυκτ οικώς.
ζετ᾿ πειτ᾿ πάνευθε νεν, μετ δ᾿ ἰὸν ηκε·
δειν
δ κλαγγ γένετ᾿ ργυρέοιο βιοο·

Μετάφραση:

Την μάνητα, θεά, τραγουδά μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμα την, πίκρες που 'δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φανέ τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε —έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας—
απ
᾿ την στιγμή που πρωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Ατρέα ο γιος ο στρατοκράτορας κι ο μέγας Αχιλλέας.
Ποιος τάχα απ
᾿ τους θεούς τους έσπρωξε να μπούνε σ᾿ έτοια αμάχη;
Του Δία και της Λητώς τους έσπρωξεν ο γιος, που με τον ρήγα

χολιάζοντας κακιά εξεσήκωσεν αρρώστια και πέθαιναν
στρατός πολύς
᾿ τι δε σεβάστηκεν ο γιος του Ατρέα το Χρύση,
του θεού το λειτουργό· στ
᾿ Αργίτικα γοργά καράβια είχε έρθει
με λύτρα αρίφνητα, την κόρη του να ξαγοράσει πίσω,
του μακροσαγιτάρη Απόλλωνα κρατώντας τα στεφάνια
πα στο χρυσό ραβδί, και πρόσπεφτε μπρος στους Αργίτες όλους,
ξεχωριστά στους δυο πολέμαρχους υγιούς του Ατρέα γυρνώντας:
«Του Ατρέα βλαστάρια κι αποδέλοιποι καλαντρειωμένοι Αργίτες,
σε σας οι θεοί που ζουν στον Όλυμπο να δώσουν να πατήστε
του Πρίαμου το καστρί, με το καλό να γύρτε στην πατρίδα'

λυτρώστε όμως κι εμέ την κόρη μου, την ξαγορά δεχτείτε
κι ευλαβηθείτε τον Απόλλωνα το μακροσαγιτάρη.»
Οι Αργίτες οι άλλοι ευτύς με μια φωνή να σεβαστούν έκραξαν
τον λειτουργό, και τα περίλαμπρα ν
᾿ αποδεχτούνε δώρα·
όμως του Ατρείδη του Αγαμέμνονα δεν άρεσε η βουλή τους,
μον
τον κακόδιωχνε, και του 'ριχνε βαριά φοβέρα ακόμα:
«Το νου σου, εγώ μη σ
᾿ έβρω, γέροντα, στα βαθουλά καράβια,
για τώρα εδώ να κοντοστέκεσαι για να διαγέρνεις πάλε,
μη ουδέ ραβδί κι ουδέ και στέφανα του Φοίβου σε γλιτώσουν.
Δε λευτερώνω εγώ την κόρη σου, πριν μου γεράσει πρώτα

στο Άργος, μακριά από την πατρίδα της, στο αρχοντικό μου μέσα,
στον αργαλειό τη μέρα, ταίρι μου τη νύχτα στο κρεβάτι.
Μον
᾿ τράβα, μη μου ανάβεις τα αίματα, γερός αv θες να φύγεις.»
Είπε, κι ο γέροντας φοβήθηκε κι υπάκουσε στον λόγο
᾿
πήρε βουβός του πολυτάραχου γιαλού τον άμμον άμμο,
κι ως μάκρυνε, το ρήγα Απόλλωνα, της ομορφομαλλούσας
Λητώς το γιο, με θέρμη ο γέροντας ν
ανακαλιέται επήρε:
« Επάκουσέ μου, ασημοδόξαρε, που κυβερνάς την Χρύσα
και την τρισάγια Κίλλα, κι άσφαλτα την Τένεδο αφεντεύεις,
Ποντικοδαίμονα, αν σου στέγασα ναό χαριτωμένο

κάποτε ως τώρα εγώ, για αν σου 'καψα παχιά μεριά ποτέ μου,
γιδίσια για ταυρίσια, επάκουσε, και δώσε να πλερώσουν
οι Δαναοί με τις σαγίτες σου τα δάκρυα που 'χω χύσει!»
Είπε, και την ευκή του επάκουσεν ο Απόλλωνας ο Φοίβος,
κι απ
᾿ την κορφή του Ολύμπου εχύθηκε θυμό γεμάτος, κι είχε
δοξάρι και κλειστό στις πλάτες του περάσει σαϊτολόγο'
κι αντιβροντούσαν οι σαγίτες του στις πλάτες, μανιασμένος
καθώς τραβούσε· και κατέβαινε σαν τη νυχτιά τη μαύρη.
Κάθισε αλάργα απ
τα πλεούμενα κι ευτύς σαγίτα ρίχνει,
και το ασημένιο του αντιδόνησε τρομαχτικά δοξάρι.



«ΟΔΥΣΣΕΙΑ»

02 odysseia

Αρχαίο κείμενο:


1
Άνδρα μοι ννεπε, μοσα, πολύτροπον, ς μάλα πολλ
πλάγχθη, πε Τροίης ερν πτολίεθρον περσεν:
πολλ
ν δ᾿ νθρώπων δεν στεα κα νόον γνω,
πολλ
δ᾿ γ᾿ ν πόντ πάθεν λγεα ν κατ θυμόν,

5
ρνύμενος ν τε ψυχν κα νόστον ταίρων.
λλ᾿ οδ᾿ ς τάρους ρρύσατο, έμενός περ:
α
τν γρ σφετέρσιν τασθαλίσιν λοντο,
νήπιοι, ο
κατ βος περίονος ελίοιο
σθιον: ατρ τοσιν φείλετο νόστιμον μαρ.


10 τν μόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, επ κα μν.
νθ᾿ λλοι μν πάντες, σοι φύγον απν λεθρον,
ο
κοι σαν, πόλεμόν τε πεφευγότες δ θάλασσαν:
τ
ν δ᾿ οον νόστου κεχρημένον δ γυναικς
νύμφη πότνι
᾿ ρυκε Καλυψ δα θεάων


15
ν σπέσσι γλαφυροσι, λιλαιομένη πόσιν εναι.
λλ᾿ τε δ τος λθε περιπλομένων νιαυτν,
τ
ο πεκλώσαντο θεο οκόνδε νέεσθαι
ε
ς θάκην, οδ᾿ νθα πεφυγμένος εν έθλων
κα
μετ οσι φίλοισι. θεο δ᾿ λέαιρον παντες


20 νόσφι Ποσειδάωνος: δ᾿ σπερχς μενέαινεν
ντιθέ δυσι πάρος ν γααν κέσθαι.
λλ᾿ μν Αθίοπας μετεκίαθε τηλόθ᾿ όντας,
Α
θίοπας το διχθ δεδαίαται, σχατοι νδρν,
ο
μν δυσομένου περίονος ο δ᾿ νιόντος,


25ντιόων ταύρων τε κα ρνειν κατόμβης.
νθ᾿ γ᾿ τέρπετο δαιτ παρήμενος: ο δ δ λλοι
Ζην
ς ν μεγάροισιν λυμπίου θρόοι σαν.
το
σι δ μύθων ρχε πατρ νδρν τε θεν τε:
μνήσατο γ
ρ κατ θυμν μύμονος Αγίσθοιο,


30 τόν ῥ᾿ γαμεμνονίδης τηλεκλυτς κταν᾿ ρέστης:
το
γ᾿ πιμνησθες πε᾿ θανάτοισι μετηύδα:
«
πόποι, οον δή νυ θεος βροτο ατιόωνται:
ξ μέων γάρ φασι κάκ᾿ μμεναι, ο δ κα ατο
σφσιν τασθαλίσιν πρ μόρον λγε᾿ χουσιν,

35 ς κα νν Αγισθος πρ μόρον τρεί̈δαο
γ
μ᾿ λοχον μνηστήν, τν δ᾿ κτανε νοστήσαντα,
ε
δς απν λεθρον, πε πρό ο επομεν μες,
ρμείαν πέμψαντες, ύσκοπον ργεϊφόντην,
μήτ
᾿ ατν κτείνειν μήτε μνάασθαι κοιτιν:

40 κ γρ ρέσταο τίσις σσεται τρεί̈δαο,
ππότ᾿ ν βήσ τε κα ς μείρεται αης.

Μετάφραση:

Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου, που πλήθος
διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο,
και πολιτείες πολλές εγνώρισε, πολλών βουλές ανθρώπων,
κι αρίφνητα τυράννια ετράβηξε στα πέλαγα η καρδιά του,

για να σωθεί κι αυτός παλεύοντας και πίσω τους συντρόφους
να φέρει
᾿ κι όμως δεν τους γλίτωσε, κι ας το ποθούσε τόσο'
τι από τις ίδιες τους εχάθηκαν τις ανομιές εκείνοι —
οι ανέμυαλοι, που τ
᾿ ουρανόδρομου τα βόδια έφαγαν Ήλιου,

κι αυτός τη μέρα τους αρνήστηκε του γυρισμού. Για τούτα
και μας για λέγε, κάπου αρχίζοντας, κόρη θεϊκιά του Δία.
Όσοι Αχαιοί είχαν απ
᾿ το θάνατο τον άξαφνο γλιτώσει
βρίσκονταν σπίτια τους, του πελάγου καί της σφαγής σωσμένοι'
μονάχα αυτόν
᾿ που τη γυναίκα του ποθούσε και τη γη του,
η Καλυψώ η θεά, η πανέμνοστη τον έκρυβε νεράιδα

στις θολωτές σπηλιές της, θέλοντας να τον κρατήσει γι
᾿ άντρα..
Όμως τα χρόνια πια σα γύρισαν κι ήρθε ο καιρός που του 'χαν
κλώσει οι θεοί να ιδεί το σπίτι του φτασμένος στην Ιθάκη,
ουδέ κι εκεί μαθές του απόλειψαν οι αγώνες, κι ας βρισκόταν
μες στους δικούς του πια. Κι οι αθάνατοι τον συμπονούσαν όλοι,

εξόν τον Ποσειδώνα, που άπαυτα του θεϊκού Οδυσσέα
θυμό κρατούσε, στην πατρίδα του πριχού διαγείρει πίσω.
Μα τότε αυτός για τους απόμακρους Αιθίοπες είχε φύγει,
για τους Αιθίοπες, που στην τέλειωση του κόσμου χώρια ζούνε,
μισοί στου Ήλιου τα βασιλέματα, μισοί στ
᾿ ανάτελά του,

κι εκεί τρανές θυσίες του πρόσφερναν από κριγιούς και ταύρους
᾿
κι αυτός καθούμενος ευφραίνουνταν. Οι αθάνατοι οι άλλοι ωστόσο
στου ολύμπιου Δία το αρχοντοπάλατο βρίσκονταν μαζεμένοι.
Πρώτος μιλούσε των αθάνατων και των θνητών ο κύρης,
καθώς τον Αίγιστο τον άψεγο θυμήθη, που εσκοτώθη

απ
᾿ τον Ορέστη, του Αγαμέμνονα το γιο τον ξακουσμένο.
Αυτόν θυμήθη τότε κι έλεγε στους αθανάτους μέσα:
«Πωπώ, με τους θεούς τα βάζουνε πάντα οι θνητοί, πως τάχα
τις συφορές εμείς τους στέλνουμε
᾿ μα κι οι αδικίες τους είναι
που πάνω απ
᾿ το γραφτό σε βάσανα τους ρίχνουν κοίτα τώρα

τον Αίγιστο, δικό του που έκανε του γιου του Ατρέα το ταίρι
χωρίς γραφτό του να 'ναι, κι έσφαξε στο γυρισμό κι εκείνον,
τον ίδιο του χαμό κι ας ήξερε
᾿ τι του 'χαμε μηνύσει
πιο πριν με τον Ερμή, τον ξάγρυπνον αργοφονιά, και κείνον
να μη σκοτώσει και το ταίρι του να μη ζητάει να πάρει'

τι θα 'ρθει απ
᾿
τον Ορέστη η εγδίκηση για τον υγιό του Ατρέα,
μόλις αντρειέψει και στον τόπο του ποθήσει να διαγείρει.


«ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑΝ»

03 ymnos eis dhmhtra

Αρχαίο
κείμενο:

Δήμητρύκομον, σεμνν θεόν, ρχομείδειν,
ατν δ θύγατρα τανύσφυρον, ν ιδωνες
ρπαξεν, δκεν δ βαρύκτυπος ερύοπα Ζεύς,
νόσφιν Δήμητρος χρυσαόρου, γλαοκάρπου,
παίζουσαν
κούρσι σν κεανο βαθυκόλποις
νθεά τανυμένην, όδα κα κρόκον δα καλ
λειμνμ μαλακν κα γαλλίδας δάκινθον
νάρκισσόν θ’, ν φσε δόλον καλυκώπιδι κούρ
Γαα Δις βουλσι χαριζομένη Πολυδέκτ,
θαυμαστ
ν γανόωντα: σέβας τό γε πσιν δέσθαι
θανάτοις τε θεος δ θνητος νθρώποις:
το κα π ίζης κατν κάρα ξεπεφύκει:
κζδιστδμή, πς τορανς ερς περθεν
γαά τε πσγελάσσε κα λμυρν οδμα θαλάσσης.
δρα θαμβήσασρέξατο χερσν μμφω
καλν θυρμα λαβεν: χάνε δ χθν ερυάγυια
Νύσιον μ πεδίον, τ ρουσεν ναξ Πολυδέγμων
πποις θανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υός.
ρπάξας δέκουσαν π χρυσέοισιν χοισιν
γλοφυρομένην: άχησε δρρθια φων,
κεκλομένη
πατέρα Κρονίδην πατον κα ριστον.
οδέ τις θανάτων οδ θνητν νθρώπων
κουσεν φωνς, οδγλαόκαρποι λααι
ε μ Περσαίου θυγάτηρ ταλ φρονέουσα
ιεν ξ ντρου, κάτη λιπαροκρήδεμνος,
έλιός τε ναξ, περίονος γλας υός,
κούρης κεκλομένης πατέρα Κρονίδην:
δ νόσφιν
στο θεν πάνευθε πολυλλίστ ν νη,
δέγμενος
ερ καλ παρ θνητν νθρώπων.
τ
ν δ’ εκαζομένην γεν Δις ννεσίσι
πατροκασίγνητος, Πολυσημάντωρ Πολυδέγμων,
πποις θανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υ
ός.

Μετάφραση:

Την Δήμητρα την σεβαστή καλλίκομη θεάν αρχίζω να εξυμνώ,
αυτήν και την λυγεροπόδαρη τη θυγατέρα της που ο Αϊδωνεύς
την άρπαξε, και του την έδωσε ο βαρύγδουπος παντόπτης Ζευς,
όταν μακριά απ’ την χρυσοδρέπανη λαμπρόκαρπη τη Δήμητρα
έπαιζε με του Ωκεανού τις κόρες τις ορθόστηθες,
δρέποντας ρόδα, κρόκους κι άνθη κι όμορφους μενεξέδες
στον τρυφερό λειμώνα, σπαθόχορτα και υάκινθο
και νάρκισσο που ως δόλωμα τον βλάστησε για το κορίτσι
τον ροδαλόμορφο η Γη με βούληση του Δία χάρη του πολυδέκτη,
θαυμάσιο άνθος που έθαλλε και θάμπωσε όσους τόβλεπαν
απ΄τους αθάνατους θεούς κι απ’ τους θνητούς ανθρώπους,
κι απ΄ρίζα του εκατό ξεφύτρωσαν βλαστάρια,
και σκόρπαε οσμή γλυκύτατη κι όλος ψηλά ο διάπλατος εγέλασε ουρανός
και σύμπασα η γη και το αλμυρό κύμα της θάλασσας.
Κι έκθαμβη αυτή τα δυο της χέρια τ’ άπλωσε
το πάγκαλο άθυρμα να πιάσει, κι άνοιξε η γη τότε η πλατύδρομη
στο Νύσιον όρμησε το πεδίον ο πολυδέγμων άρχοντας
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.
Κι αφού την άρπαξε άθελά της πάνω σε ολόχρυσο όχημα
την πήγαινε κλαμμένη, εκείνη τότε κραύγασε με δυνατή φωνή
καλώντας τον πατέρα της, τον άριστο και ύπατο του Κρόνου γιό.



«ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ»

04 ymnos eis apollwn

Αρχαίο
κείμενο:

Μνήσομαι οδ λάθωμαι πόλλωνος κάτοιο,
ν τε θεο κατ δμα Δις τρομέουσιν όντα.
καί ά τ᾿ ναίσσουσιν π σχεδν ρχομένοιο
πάντες φ᾿ δράων, τε φαίδιμα τόξα τιταίνει.
Λητ δ᾿ οη μίμνε παρα Δι τερπικεραύν,
α βιόν τ᾿ χάλασσε κα κλήϊσε φαρέτρην,
καί ο π᾿ φθίμων μων χείρεσσιν λοσα
τόξον νεκρέμασε πρς κίονα πατρς οο
πασσάλου κ χρυσέου. τν δ᾿ ες θρόνον εσεν γουσα.
τ δ᾿ ρα νέκταρ δωκε πατρ δέπαϊ χρυσεί
δεικνύμενος φίλον υόν, πειτα δ δαίμονες λλοι
νθα καθίζουσιν. χαίρει δέ τε πότνια Λητώ,
ονεκα τοξοφόρον κα καρτερν υἱὸν τικτεν.
χαρε μάκαιρ᾿ Λητο, πε τέκες γλα τέκνα
πόλλωνά τ᾿ νακτα κα ρτεμιν οχέαιραν,
τν μν ν ρτυγί, τν δ κρανα ν Δήλ,
κεκλιμένη πρς μακρν ρος κα Κύνθιον χθον,
γχοτάτω φοίνικος π᾿ νωποο εέθροις.
Πς τάρ σ᾿ μνήσω πάντως ευμνον όντα;
πάντ γάρ τοι, Φοβε, νομς βεβλήαται δς,
μν ν᾿ πειρον πορτιτρόφον δ᾿ ν νήσους.
πσαι δ σκοπιαί τοι δον κα πρώονες κροι
ψηλν ρέων ποταμοί θ᾿ λα δ προρέοντες,
κταί τ᾿ ες λα κεκλιμέναι λιμένες τε θαλάσσης.

Μετάφραση
:

Τν ᾿Απλλωνα φρνω στν νο κα δν ξεχν,
τ
ν μακροβλο, πο κι ο θεο τν τρμουνε σν φτνει
στ
᾿νκτορο το Δα, κι λοι εθς σηκνονται π τδρανα
καθ
ς σιμνει κα τ᾿στραφτερ τξα του τεντνει
Μ
νο  Λητ στν φιλοκραυνο πλϊ τον Δα μνει.
Τ
ν χορδ χαλαρνει κα τν φαρτρα σφαλε.
Μ
 τ χρια της π᾿ τος ρωμαλους μους τ τξο κατεβζει
κα
 τ κρεμ στο πατρικο κονα πσσαλο
χρυσ
κα σ θρον τν δηγε.
Κι 
 πατρας καλωσορζοντας τν γαπημνο γυι
νκταρ το δνει σ κπελλο χρυσ.
Τ
τεκαθζουνλγυρακιολλοιθεο.
Κα
 χαρεται  σεβαστ Λητ πο᾿καμε γυι τοξοφρο κασχυρ.
Χα
ρε Λητ μακαριστ, πο γννησες τκνα λαμπρ
τν νακτα ᾿Απλλωνα κα τν τοξετρα Αρτεμη
α
τν στν ᾿Ορτυγα κα κενον στν πετρδη Δλο,
πλαγιασμ
νη σρος ψηλ, στν Κνθιο λφο
δ
πλα σ φοινικι, στ ρεθρα το᾿Ινωπο.
Μ
 πς ν σμνσω πολυτραγουδισμνε μου;
Χ
ρη σ σνα Φοβε γινε δ καννας παντο
στν στερι τν δαμαλοτρφα κα στ νησι.
Σ
να πο τρπουν ο βγλες κι οκροκορφς
κα
 τν ψηλν βουνν ο ποταμο στν θλασσα σν πφτουν
κι ο
κτς στ κμα ποκουμπον, κα τ λιμνια τς θαλσσης.


2. ΕΥΜΗΛΟΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ (8ος αιώνας π.Χ.)
Ο Εύμηλος ο Κορίνθιος ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής, μέλος της μεγάλης Δωρικής οικογένειας των Βακχιαδών, που έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ. και είχε λάβει μέρος στους αγώνες των Ίσθμιων. Ο Εύμηλος το 757 π.Χ. ακολούθησε τον Αρχία και εγκαταστάθηκε στην νεοσύστατη πόλη των Συρακουσών. Ο Εύμηλος συνέθεσε το ποίημα «Τιτανομαχία», το οποίο είχε υπόψη του ο  Ησίοδος κατά την συγγραφή της «Θεογονίας» του. Επίσης, αποδίδονται στον Εύμηλο διάφορα ιστορικά έπη που χάθηκαν. Το σπουδαιότερο από αυτά ήταν τα «Κορινθιακά», θρύλοι και ιστορικές πληροφορίες της γενέτειράς του.

3. ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ Ο ΤΗΙΟΣ (8ος ή 7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν επικός ποιητής απο την Τέω της Ιωνίας. Θεωρούνταν (όπως μας πληροφορεί κάποιος αρχαίος σχολιαστής), δημιουργός του έπους «Επίγονοι», το οποίο διηγιόταν την πολιορκία και τελικά την άλωση της Θήβας από τους γιους των «Επτά επί Θήβας»
.

ΑΡΧΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 7ος - 6ος αιώνας π.Χ.

4. ΒΟΙΟΣ
Ήταν Έλληνας μυθογράφος και γραμματικός. Μνημονεύεται για μια ευρεία εργασία που είχε κάνει με θέμα τις μεταμορφώσεις μυθικών φιγούρων σε πτηνά υπό το όνομα «Ορνιθογονία¨. Πολλοί θεωρούν την ποιήτρια απο τους Δελφούς Βοιώ ποιήτρια του έπους «Ορνιθογονία».

5. ΑΡΚΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ο Αρκτίνος ήταν αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής. Κατάγονταν από την Μίλητο και έζησε περί τον 7ο αιώνα π.Χ. Στα επικά εργα του φέρεται να μιμείται τον Όμηρο. Στον Αρκτίνο αποδίδονται δύο σπουδαία επικά ποιήματα όπως η «Αιθιοπίς» και η «Ιλίου Πέρσις».

6. ΗΣΙΟΔΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ο Ησίοδος υπήρξε ο δεύτερος σε σπουδαιότητα αρχαίος ποιητής μετά τον Όμηρο. Γεννήθηκε στην Άσκρη της Βοιωτίας, όπου κατέφυγε ο πατέρας του από την αιολική Κύμη της Μικράς Ασίας, αλλά η ημερομηνία της γέννησής του δεν είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΘΕΟΓΟΝΙΑ»

05 theogonia

Αρχαίο
κείμενο:

Μουσάων λικωνιάδων ρχώμεθ είδειν,
α θ λικνος χουσιν ρος μέγα τε ζάθεόν τε
καί τε περ κρήνην οειδέα πόσσ παλοσιν
ρχενται κα βωμν ρισθενέος Κρονίωνος·
καί τε λοεσσάμεναι τέρενα χρόα Περμησσοο
ππου κρήνης λμειο ζαθέοιο
κροτάτ λικνι χορος νεποιήσαντο
καλος μερόεντας, περρώσαντο δ ποσσίν.
νθεν πορνύμεναι, κεκαλυμμέναι έρι πολλ,
ννύχιαι στεχον περικαλλέα σσαν εσαι,
μνεσαι Δία τ αγίοχον κα πότνιαν ρην
ργείην, χρυσέοισι πεδίλοις μβεβαυαν,
κούρην τ αγιόχοιο Δις γλαυκπιν θήνην
Φοβόν τ πόλλωνα κα ρτεμιν οχέαιραν
δ Ποσειδάωνα γαιήοχον ννοσίγαιον
κα Θέμιν αδοίην λικοβλέφαρόν τ φροδίτην
{
βην τε χρυσοστέφανον καλήν τε Διώνην
Ἠῶ τ έλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην}
Λητώ τ απετόν τε δ Κρόνον γκυλομήτην
Γαάν τ κεανόν τε μέγαν κα Νύκτα μέλαιναν
λλων τ θανάτων ερν γένος αἰὲν όντων.
α
νύ ποθ σίοδον καλν δίδαξαν οιδήν,
ρνας ποιμαίνονθ λικνος π ζαθέοιο.
τόνδε δέ με πρώτιστα θεα πρς μθον ειπον,
Μοσαι λυμπιάδες, κοραι Δις αγιόχοιο·
«ποιμένες γραυλοι, κάκ λέγχεα, γαστέρες οον,
δμεν ψεύδεα πολλ λέγειν τύμοισιν μοα,
δμεν δ, ετ θέλωμεν, ληθέα γηρύσασθαι
ς φασαν κοραι μεγάλου Δις ρτιέπειαι·
καί μοι σκπτρον δον, δάφνης ριθηλέος ζον
δρέψασαι θηητόν· νέπνευσαν δέ μοι αδν
θέσπιν, να κλείοιμι τά τ σσόμενα πρό τ όντα,
καί με κέλονθ μνεν μακάρων γένος αἰὲν όντων,
σφς δ ατς πρτόν τε κα στατον αἰὲν είδειν.
λλ τίη μοι τατα περ δρν περ πέτρην;


Μετάφραση:

Με τις Ελικωνιάδες Μούσες ας αρχίσει το τραγούδι μας·
κατοικούν τον Ελικώνα, όρος μέγα κι ιερό,
και χορεύουν γύρω στην μαβιά πηγή με τα πόδια ανάλαφρα,
στον βωμό του παντοδύναμου Κρονίδη.
Λούζουν πρώτα το κορμί τους τρυφερό στα νερά του Περμησσού
και της Ιπποκρήνης ή του θεϊκού Ολμειού·
ύστερα ψηλά ανεβαίνουν στου Ελικώνα τις απάτητες κορφές,
και χορούς συστήνουν, όμορφους, χαριτωμένους,
τον ρυθμό κρατώντας με τα πόδια τους.
Από εκεί κινώντας, σκεπασμένες την πυκνήν ομίχλη,
προχωρούν μέσα στην νύχτα, τραγουδούν
με την περίκαλλη φωνή τους, εξυμνώντας
τον αιγίοχο Δία και την Ήρα του Άργους,
χρυσοπέδιλη βαδίζοντας·
εξυμνούν τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, παντοκράτορα της γης,
σεβαστή την Θέμη και την Αφροδίτη ελικοβλέφαρη,
την Ήβη χρυσοστέφανη και την ωραία Διώνη·
την Λητώ, τον Ιαπετό, τον πανούργο Κρόνο,
την Αυγή, τον μέγαν Ήλιο, την λαμπρή Σελήνη·
και την Γη, την μαύρη Νύχτα, τον απέραντο Ωκεανό
το γένος των άλλων αθανάτων, ιερό και αιώνιο.
Κάποτε εκείνες δίδαξαν τον Ησίοδο το ωραίο τραγούδι,
την ώρα που βοσκούσε το κοπάδι του,
στου θεϊκού Ελικώνα τις πλαγιές.
Κι ήταν αυτός ο πρώτος λόγος τους, όπως μου μίλησαν
οι Ολυμπιάδες Μούσες, θεές και θυγατέρες του αιγίοχου Δία:
«Βοσκοί αγροίκοι, μίζεροι και λιμασμένοι,
ξέρουμε εμείς και λέμε ψεύδη, σάμπως αληθινά,
ξέρουμε όμως, όταν θέμε, να μιλούμε και την καθαρήν αλήθεια.»
Έτσι μου μίλησαν κι αποτελειώνοντας τον άρτιο λόγο τους,
οι κόρες του μεγάλου Δία, μου προσφέρουν σκήπτρο, να κόψω
θαυμαστό κλαδί μιας δάφνης θαλερής,
και μου ενέπνευσαν θεϊκή φωνή·
να ψάλλω όλα που έγιναν κι όσα θα γίνουν,
προστάζοντας να υμνώ το γένος των μακάρων, των αιωνίων θεών,
όμως αρχή και τέλος να τραγουδώ εκείνες
αλλά τι κάθομαι κι ανιστορώ πράγματα περιττά,
για δέντρα και για βράχια;


(μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης)


«ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ»


06 erga kai hmerai

Αρχαίο
κείμενο:

χρύσεον μν πρώτιστα γένος μερόπων νθρώπων
θάνατοι ποίησαν λύμπια δώματ χοντες.
ο μν π Κρόνου σαν, τ οραν μβασίλευεν·
στε θεο δ ζωον κηδέα θυμν χοντες
νόσφιν τερ τε πόνων κα ιζύος, οδέ τι δειλν
γρας πν, αε δ πόδας κα χερας μοοι
τέρποντ ν θαλίσι, κακν κτοσθεν πάντων·
θνσκον δ σθ πν δεδμημένοι· σθλ δ πάντα
τοσιν ην· καρπν δ φερε ζείδωρος ρουρα
ατομάτη πολλόν τε κα φθονον· ο δ θελημο
συχοι ργ νέμοντο σν σθλοσιν πολέεσσιν.
ατρ πε δ τοτο γένος κατ γαα κάλυψε,
το μν δαίμονες γνο πιχθόνιοι τελέθουσιν
σθλοί, λεξίκακοι, φύλακες θνητν νθρώπων,
{
ο α φυλάσσουσίν τε δίκας κα σχέτλια ργα
έρα σσάμενοι πάντη φοιτντες π ααν,}
πλουτοδόται· κα τοτο γέρας βασιλήιον σχον.
δεύτερον
ατε γένος πολ χειρότερον μετόπισθεν
ργύρεον ποίησαν λύμπια δώματ χοντες,
χρυσέ οτε φυν ναλίγκιον οτε νόημα·
λλ κατν μν πας τεα παρ μητέρι κεδν
τρέφετ τάλλων, μέγα νήπιος, ν οκ·
λλ τ ρ βήσαι τε κα βης μέτρον κοιτο,
παυρίδιον ζώεσκον π χρόνον, λγε χοντες
φραδίς· βριν γρ τάσθαλον οκ δύναντο
λλήλων πέχειν, οδ θανάτους θεραπεύειν
θελον οδ ρδειν μακάρων ερος π βωμος,
θέμις νθρώποις κατ θεα. τος μν πειτα
Ζες Κρονίδης κρυψε χολούμενος, ονεκα τιμς
οκ διδον μακάρεσσι θεος ο λυμπον χουσιν.
ατρ πε κα τοτο γένος κατ γαα κάλυψε,
το μν ποχθόνιοι μάκαρες θνητο καλέονται,
δεύτεροι, λλ μπης τιμ κα τοσιν πηδε.
Ζε
ς δ πατρ τρίτον λλο γένος μερόπων νθρώπων
χάλκειον ποίησ, οκ ργυρέ οδν μοον,
κ μελιν, δεινόν τε κα βριμον· οσιν ρηος
ργ μελε στονόεντα κα βριες, οδέ τι στον
σθιον, λλ δάμαντος χον κρατερόφρονα θυμόν.
{
πλαστοι· μεγάλη δ βίη κα χερες απτοι
ξ μων πέφυκον π στιβαροσι μέλεσσι.}
τν δ ν χάλκεα μν τεύχεα, χάλκεοι δέ τε οκοι,
χαλκ δ εργάζοντο· μέλας δ οκ σκε σίδηρος.
κα το μν χείρεσσιν π σφετέρσι δαμέντες
βσαν ς ερώεντα δόμον κρυερο ίδαο,
νώνυμνοι· θάνατος δ κα κπάγλους περ όντας
ελε μέλας, λαμπρν δ λιπον φάος ελίοιο.
α
τρ πε κα τοτο γένος κατ γαα κάλυψεν,
ατις τ λλο τέταρτον π χθον πουλυβοτείρ
Ζες Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον κα ρειον,
νδρν ρώων θεον γένος, ο καλέονται
μίθεοι, προτέρη γενε κατ πείρονα γααν.
κα τος μν πόλεμός τε κακς κα φύλοπις αν
τος μν φ πταπύλ Θήβ, Καδμηίδι γαί,
λεσε μαρναμένους μήλων νεκ Οδιπόδαο,
τος δ κα ν νήεσσιν πρ μέγα λατμα θαλάσσης
ς Τροίην γαγν λένης νεκ υκόμοιο.
{
νθ τοι τος μν θανάτου τέλος μφεκάλυψε}
τος δ δίχ νθρώπων βίοτον κα θε πάσσας
Ζες Κρονίδης κατένασσε πατρ ς πείρατα γαίης.
κα το μν ναίουσιν κηδέα θυμν χοντες
ν μακάρων νήσοισι παρ κεανν βαθυδίνην,
λβιοι ρωες, τοσιν μελιηδέα καρπν
τρς τεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ρουρα.
μηκέτ
πειτ φελλον γ πέμπτοισι μετεναι
νδράσιν, λλ πρόσθε θανεν πειτα γενέσθαι.
νν γρ δ γένος στ σιδήρεον· οδέ ποτ μαρ
παύσονται καμάτου κα ιζύος οδέ τι νύκτωρ
φθειρόμενοι· χαλεπς δ θεο δώσουσι μερίμνας.
λλ μπης κα τοσι μεμείξεται σθλ κακοσιν.
Ζες δ λέσει κα τοτο γένος μερόπων νθρώπων,
ετ ν γεινόμενοι πολιοκρόταφοι τελέθωσιν.
οδ πατρ παίδεσσιν μοίιος οδέ τι παδες
οδ ξενος ξεινοδόκ κα ταρος ταίρ,
οδ κασίγνητος φίλος σσεται, ς τ πάρος περ.
αψα δ γηράσκοντας τιμήσουσι τοκας·
μέμψονται δ ρα τος χαλεπος βάζοντες πεσσι,
σχέτλιοι, οδ θεν πιν εδότες· οδέν κεν ο γε
γηράντεσσι τοκεσιν π θρεπτήρια δοεν·
{
χειροδίκαι· τερος δ τέρου πόλιν ξαλαπάξει·}
οδέ τις εόρκου χάρις σσεται οδ δικαίου
οδ γαθο, μλλον δ κακν εκτρα κα βριν
νέρα τιμήσουσι· δίκη δ ν χερσί· κα αδς
οκ σται, βλάψει δ κακς τν ρείονα φτα
μύθοισι σκολιος νέπων, π δ ρκον μεται.
ζλος δ νθρώποισιν ιζυροσιν πασι
δυσκέλαδος κακόχαρτος μαρτήσει στυγερώπης.
κα τότε δ πρς λυμπον π χθονς ερυοδείης
λευκοσιν φάρεσσι καλυψαμένω χρόα καλν
θανάτων μετ φλον τον προλιπόντ νθρώπους
Αδς κα Νέμεσις· τ δ λείψεται λγεα λυγρ
θνητος νθρώποισι· κακο δ οκ σσεται λκή.

Μετάφραση:

Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων
οι αθάνατοι του Ολύμπου.
Στην εποχή του Κρόνου, όταν εκείνος δέσποζε στον ουρανό,
ζούσαν κι εκείνοι σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος,
πάθη και συμφορές μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά
τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι, πόδια και χέρια,
στις χαρές δοσμένοι, κι ό,τι κακό έμενε απ έξω.
Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος
που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους·
χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους,
μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι
σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι με τα πολλά αγαθά τους.
Κι όταν με τον καιρό της γης το χώμα σκέπασε τούτο το γένος,
έγιναν επιχθόνια πνεύματα, αγνά, καλόγνωμα, να διώχνουν
το κακό, φύλακες των θνητών ανθρώπων.
Αυτοί φυλάν το δίκιο, αυτοί αποτρέπουνε τα ανόσια έργα·
κυκλοφορούν, ντυμένοι την ομίχλη, σ όλη την οικουμένη,
πηγή ευτυχίας και πλούτου, τέτοια βασιλική τιμή τους έλαχε.

Μετά, δεύτερο γένος, πολύ χειρότερο, αργυρό
έπλασαν οι θεοί του Ολύμπου· σε τίποτε δεν έμοιαζε με τον χρυσό,
μήτε στην όψη μήτε και στο φρόνημα.
Έπρεπε το παιδί να μείνει κολλημένο στην καλή του μάνα,
χρόνια εκατό· να το ταΐζει και να το νταντεύει, κι αυτό να παίζει
μες στο σπίτι, μεγάλο, αφύσικο μωρό.
Αλλά, κι όταν περνούσανε στην ήβη, κόντευαν πια
στην ανθηρή τους νιότη, ζούσαν ελάχιστα,
δυστυχισμένοι με τον λίγο χρόνο τους και το λειψό μυαλό τους.
Γιατί δεν είχαν σθένος να αντισταθούν στην μεταξύ τους βία,
στην αμοιβαία αλαζονεία τους· καν δεν τιμούσαν τους θεούς,
μήτε και δέχονταν να θυσιάσουν στους αγνούς βωμούς,
όπως το ορίζει η τάξη των ανθρώπων, όπου κι αν κατοικούν.
Γι αυτό ο Κρονίδης Δίας τους έκρυψε από θυμό,
που δεν σεβάστηκαν τις οφειλές τους στους μάκαρες ολύμπιους θεούς.
Και μόλα ταύτα, όταν της γης το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,
τους είπαν μάκαρες θνητούς του κάτω κόσμου,
έστω και δεύτερης σειράς, κάποια τιμή κι αυτούς τους συνοδεύει.
Ύστερα ο Δίας πατέρας έφτιαξε τρίτο γένος
των βροτών ανθρώπων, χάλκινο, που να μην μοιάζει
στο ασημένιο πουθενά· φράξινο, ανελέητο, φριχτό.
Άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους πάρεξ τα υπερφίαλα
έργα του πολέμου,
βαριά σε στεναγμούς· στάρι
δεν έτρωγαν
κι ήταν σκληρή
η καρδιά τους σαν το ατσάλι.
Άπιαστοι κι άγριοι, υπερδύναμοι, με χέρια ανίκητα
που φύτρωναν στους ώμους, πάνω σε μέλη στιβαρά.
Χάλκινα τα όπλα, χάλκινα τα σπίτια τους, δούλευαν μόνον τον χαλκό
δεν είχε ακόμη εφευρεθεί ο μαύρος σίδηρος.
Κι αφού απ τα ίδια τους τα χέρια ξεκληρίστηκαν,
κατέβηκαν στον σκοτεινό, άραχλο δόμο του Άδη,
ανώνυμοι. Όσο κι αν ήταν τρομεροί, τους εξαφάνισε
μαύρος ο χάρος, κι άφησαν πίσω τους το φως, την λάμψη του ήλιου.
Όταν με τον καιρό το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,
έπλασε γένος τέταρτο στην σιτοφόρο γη
ο Κρονίδης Δίας, πιο δίκαιο κι αντρειωμένο·
το θείο γένος των ηρώων που λέγονται κι ημίθεοι,
την προηγούμενη από μας γενιά, να ζουν στην άπειρη οικουμένη.
Αλλά κι αυτούς τους χάλασε ολέθριος πόλεμος, κακόφωνη
σφαγή· άλλους εκεί μπροστά στην Θήβα την επτάπυλη,
χώρα του Κάδμου, έτσι που μεταξύ τους μάχονταν
ποιος θα κερδίσει βόδια και πρόβατα του Οιδίποδα·
άλλους ο πόλεμος τους έφερε στην Τροία, με τα καράβια τους
περνώντας πάνω απ το μέγα κύμα της θαλάσσης,
για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Όπου τους πιο πολλούς στο χώμα τους παράχωσε
το τέλος του θανάτου. Σε κάποιους όμως έδωσε την χάρη
ο Κρονίδης Ζευς να μείνουν πέρα απ τους ανθρώπους·
σαν αγαθός πατέρας τούς κατοίκισε στα πέρατα του κόσμου,
κι εκεί, με δίχως λύπη στην ψυχή τους,
κατοικούν στις Νήσους των Μακάρων, πλάι στις ροές
του Ωκεανού, του βαθυστρόβιλου, ήρωες ευτυχείς·
που τους προσφέρει τρεις φορές η σιτοφόρα γη τον χρόνο
ώριμους και γλυκούς καρπούς, σαν μέλι.
Άμποτε να μη ζούσα εγώ σ
αυτήν την πέμπτη γενεά,
με τους ανθρώπους της· καλύτερα να
χα πεθάνει πιο μπροστά
ή να γεννιόμουν ύστερα. Γιατί έφτασε τώρα η ώρα του γένους του σιδήρου.
Μήτε την μέρα θα απολείψουν κάματος και πόνος μήτε την νύχτα
η φθορά τους θα κοπάσει· τους περιμένουν μέριμνες βαριές,
θεόσταλτες, μόλο που κάποτε θα σμίγει και σ αυτούς καλό με το κακό.
Ο Δίας όμως θα αφανίσει κι αυτό το γένος των βροτών·
όταν τα νήπια θα γεννιούνται με κροτάφους γκρίζους·
ούτε ο γονιός θα μοιάζει του παιδιού του μήτε και τα παιδιά
με τους γονείς· ο ξένος στον φιλόξενο, ο σύντροφος
στον σύντροφο μήτε κι ο αδελφός στον αδελφό
δεν θα ναι φίλος πια, που ήταν άλλοτε ο κανόνας.
Θα τους καταφρονούν τους γέροντες γονείς οι απόγονοί τους,
θα τους χλευάζουν ξεστομίζοντας λόγια βαριά,
άσπλαχνοι, ανίδεοι μπροστά στον φόβο του θεού·
σ εκείνους που τους γέννησαν, όταν γεράσουν, δεν θα αποδώσουν
τα τροφεία τους· καμιά αρετή ευορκίας, δικαιοσύνης,
καλοσύνης· αντίθετα, θα δείχνουν την εκτίμησή τους
σ όποιον θα πράξει το κακό· το δίκιο καθενός η δυνατή γροθιά·
θα λείψει κι η ντροπή· θα βλάφτει ο τιποτένιος τον καλύτερό του,
με δόλια λόγια ξεγελώντας τον, και θα ορκίζεται αποπάνω·
ο φθόνος μόνον θα συντροφεύει τους ανθρώπους μες στη συμφορά τους
κακόγλωσσος, χαιρέκακος, μνησίκακος.
Και τότε προς τον Όλυμπο, μακριά από πλατείες και δρόμους,
καλύπτοντας με τον λευκό τους πέπλο την ωραία θωριά τους,
εγκαταλείποντας για πάντα τους ανθρώπους,
θα φύγουν και θ ανέβουν στον κόσμο των θεών
η Αιδώς κι η Νέμεση. Ό,τι θα μείνει, θα
ναι μόνο
βάσανα πικρά, κλήρος για τους απόκληρους βροτούς,
δεν θα υπάρξει στα δεινά τους σωτηρία καμιά.


(μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης)



7. ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας επικός ποιητής των μέσων του 7ου αιώνα π.Χ. από την πόλη Κάμειρο της Ρόδου. Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί τον θεωρούσαν κορυφαίο ποιητή, ισάξιο του Ομήρου και του Ησιόδου.

8. ΑΡΙΣΤΕΑΣ Ο ΠΡΟΚΟΝΝΗΣΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας επικός ποιητής των αρχαίων χρόνων από το ομώνυμο νησί της Προποντίδας. Η ύπαρξή του ακροβατεί μεταξύ του θρύλου και της ιστορικής πραγματικότητας, με το όνομά του να συνδέεται τόσο με την ποιητική δημιουργία όσο και με αφηγήσεις υπερφυσικού χαρακτήρα στις οποίες του αποδίδονται ιδιαίτερες δυνάμεις, καθώς και μια ιδιαίτερη σχέση με τον Απόλλωνα.

9. ΛΕΣΧΗΣ Ο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής από τη Λέσβο, που έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ. (κατά μία άποψη είναι μυθικό πρόσωπο). Κατά τον Παυσανία ήταν γιος του Αισχυλίνου από την Πύρρα. Φέρεται ως ο ποιητής της «Μικράς Ιλιάδος», που ήταν μία σειρά επικών ασμάτων, τα οποία συνάρμοσε ο Πρόκλος στην «Επιτομή» του.

10. ΣΤΑΣΙΝΟΣ (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.)
Έλληνας αρχαίος επικός ποιητής από την Κύπρο. Του αποδίδεται η συγγραφή του βιβλίου «Κύπρια Έπη», του οποίου σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα από τον Φώτιο στην «Μυριόβιβλό» του.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:


«ΚΥΠΡΙΑ ΕΠΗ»

07 kypria eph

Αρχαίο κείμενο:


ν τε μυρία φλα κατ χθόνα πλαζόμεν’ νδρν
σεβί βάρυνε βαθυστέρνου πλάτος αης.
Ζε
ς δ δν λέησε κα ν πυκινας πραπίδεσσι
σύνθετο κουφίσαι
νθρώπων παμβώτορα γααν
ιπίσας πολέμου μεγάλην ριν λιακοο,
φρα κενώσειεν θανάτ βάρος· ο δ’ ν Τροί
ρωες κτείνοντο· Δις δ’ τελείετο βουλή.


Μετάφραση:

Ήταν κάποτε που μύριες φυλές στην γη περιπλανώμενες ανθρώπων
μ
’ασέβεια βαραίναν της βαθύστερνης τα πλάτη γης.
Σαν είδε ο Δίας τη σπλαχνίστηκε και στο σοφό μυαλό του
έβαλε να ξαλαφρώσει απ’ ανθρώπους την παντοτρόφα γη
του Τρωικού ανάβοντας πολέμου την μεγάλη αμάχη,
για να αδειάσει με τον θάνατο το βάρος· και στην Τροία
οι ήρωες σκοτώνονταν· και του Δία το θέλημα τελούνταν.



Αρχαίο κείμενο:


Εματα μν χρο στο τά ο Χάριτές τε κα ραι
ποίησαν κα
βαψαν ν νθεσιν εαρινοσιν,
ο
α φοροσ’ ραι, ν τε κρόκ ν θ’ ακίνθ
ν τε ἴῳ θαλέθοντι όδου τ’ ν νθεϊ καλ
δέϊ νεκταρέ, ν τ’ μβροσίαις καλύκεσσιν,
νθεσι ναρκίσσου καλλιρρόου· τοφροδίτη
ραις παντοίαις τεθυωμένα εματα στο.


Μετάφραση:


Και φόραε στο κορμί σκουτιά που τα ’φκιαξαν οι Χάρες
κ’ οι Ώρες και τα βάψανε σ’ εαρινά λουλούδια
σαν που και τούτες τα φοράν σ’ υάκινθο και κρόκο,
στον μενεξέ τον θαλερό, σ’ άνθος πανώριου ρόδου
με γλυκό νέκταρ και μαζί με θεϊκά μπουμπούκια,
σε λείρια και σε νάρκισσους, σαν που κ’ η Αφροδίτη
φόραε την πάσα μια στιγμή ιμάτια μυρωμένα.



Αρχαίο κείμενο:


δ σν μφιπόλοισι φιλομμειδς φροδίτη
πλεξάμεναι στεφάνους ε
ώδεας νθεα γαίης
ν κεφαλασιν θεντο θεα λιπαροκρήδεμνοι,
Νύμφαι κα
Χάριτες, μα δ χρυσ φροδίτη,
καλ
ν είδουσαι κατ’ ρος πολυπιδάκου δης.

Μετάφραση:


Κι ευωδιασμένα στέφανα η γλυκόγελη Αφροδίτη
με τις θεραπαινίδες της έπλεε από λουλούδια,
στην κεφαλή τα βάλανε θεές στραφτοφακιόλες
Νύμφες και Χάριτες, μαζί η χρυσόμορφη Αφροδίτη
γλυκά στην πολυπίδακη την Ίδη, τραγουδώντας.



Αρχαίο κείμενο:


Ονόν τοι, Μενέλαε, θεο ποίησαν ριστον
θνητο
ς νθρώποισιν ποσκεδάσαι μελεδνας.

Μετάφραση:

Το κρασί, Μενέλαε, οι θεοί το κάμαν άριστο,
απ’ τους θνητούς ανθρώπους ν’ αποδιώξει τις σκοτούρες.


11. ΚΙΝΑΙΘΩΝΑΣ (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.)
Σπαρτιάτης ποιητής. Έγραψε τα έπη Ηράκλεια, Οιδιπόδεια και Μικρά Ιλιάς. Φαίνεται ότι στα δύο πρώτα έπη αναφέρεται στη γενεαλογία των Ηρακλειδών.

12. ΕΥΓΑΜΜΩΝ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Επικός ποιητής από την Κυρήνη. Έγραψε το κυκλικά έπος «Τηλεγόνεια» με θέμα την περιπέτεια του Οδυσσέα με τον γιο του απο την Κίρκη Τηλέγονο, ο οποίος σκότωσε άθελά του τον πατέρα του και νυμφεύτηκε κατόπιν την Πηνελόπη.

13. ΧΟΙΡΙΛΟΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ο Χοιρίλος υπήρξε δραματικός ποιητής. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι έγραψε 160 τραγωδίες και κέρδισε δεκατρείς φορές στα Μεγάλα Διονύσια.


ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.

14. ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ Ο ΕΦΕΣΙΟΣ
(4ος ή 3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν επικός ποιητής και γραμματικός, φερόμενος από την Σούδα ως δάσκαλος του Αράτου του Σολέως. Έγραψε δύο διδακτικά ποιήματα με τους τίτλους «ργα» και «Μελισσουργικά».

15. ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ (430-400 π.Χ. – ακμή)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ελεγειακός και επικός ποιητής και γραμματικός, που άκμασε την εποχή του Πελοποννησικαού Πολέμου. Πλησίαζε στην αξία τον ελεγειακό Μίμνερμο και τους μεγάλους επικούς. Το έπος του Θηβαΐς, που περιγράφει την εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», επαινούν οι Πλάτων, Πλούταρχος και Κικέρων.

16. ΚΑΡΚΙΝΟΣ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΙΟΣ (420 π.Χ.)
Τραγικός ποιητής, γεννημένος πιθανότατα περι τα 420 π.Χ., γιός του Ξενοκλή. Ο παππούς του, επίσης ποιητής Καρκίνος, μνημονεύονταν συχνά από τον Αριστοφάνη, σαν πατέρας που δίδαξε στα τέκνα του την τέχνη της όρχησης. Ο Σουίδας αναφέρει πως ο Καρκίνος άκμασε γύρω στην εκατοστή Ολυμπιάδα [380π.Χ.], κι ότι παρουσίασε 160 έργα.

17. ΠΑΝΥΑΣΙΣ Ο ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΥΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστός για τα «Ηράκλεια» και τα «Ιωνικά». Πιστεύεται ότι έγραψε και άλλα έργα που έχουν χαθεί. Το έργο του δεν εκτιμήθηκε όσο ζούσε αλλά μετά θάνατον αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαϊκής εποχής.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος - 1ος αιώνας π.Χ.

18. ΑΡΑΤΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ
(313-240 π.Χ.)
Ήταν Αλεξανδρινός ποιητής πουκαταγόταν από τους Σόλους της Κιλικίας ή, σύμφωνα με άλλους από την Ταρσό αλλά μάλλον ότι εκεί έζησε για λίγο. Πατέρας του ήταν ο διαπρεπής τότε πολιτικός και στρατιωτικός Αθηνόδωρος. Ο Άρατος ασχολήθηκε και με τα μαθηματικά και με την αστρονομία. Στο επικό ποιήμα του με τίτλο «Φαινόμενα και Διοσημεία» περιγράφονται ποιητικά οι αστερισμοί και ουράνια φαινόμενα με κατεσπαρμένους στο έργο ύμνους, θρύλους και μύθους. Ο Άρατος έγραψε κι άλλα έργα όπως «Ύμνοι και παίγνια», «Συνθέσεις φαρμάκων», «Επικήδεια, επιστολές, ηθοποιίες» κ.α. καθώς και επιγράμματα απο τα οποία 2 αποδίδονται στον ίδιο και περιλαμβάνονται στην Παλατινή Ανθολογία.


Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΔΙΟΣΗΜΙΑ»

08 phenomena kai dioshmia

Αρχαίο
κείμενο:


Σμα δ τοι κενης ρης κα μηνς κενου
Σκορπος ντλλων εη πυμτης τι νυκτς.

305τοι γρ μγα τξον νλκεται γγθι κντρου
Τοξευτς· λγον δ παροτερος σταται ατο
Σκορπος ντλλων, δ' νρχεται ατκα μλλον.
Τμος κα κεφαλ Κυνοσουρδος κρθι νυκτς

ψι μλα τροχει· δ δεται ἠῶθι πρ
310θρος ρων, Κηφες δ' π χειρς π' ξν.
στι δ τοι προτρω βεβλημνος λλος ιστς
ατς τερ τξου· δ ο παραππταται ρνις
σστερος βορω, σχεδθεν δ ο λλος ηται
ο τσσος μεγθει, χαλεπς γε μν ξ λς λθ
ν
315νυκτς περχομνης· κα μιν καλουσιν ητν.
Δελφς δ' ο μλα πολλς πιτρχει Αγοκερϊ
μεσσθεν ερεις· τ δ ο περ τσσαρα κεται
γλνεα, παρβολδην δο πρ δο πεπτητα.
Κα τ μν ον βορω κα λσιος ελοιο

320μεσσηγς κχυται· τ δ νειθι τλλεται λλα
πολλ μεταξ ντοιο κα ελοιο κελεθου.
Λοξς μν Ταροιο τομ ποκκλιται ατς
ρων. Μ κενον τις καθαρ ν νυκτ
ψο πεπτητα παρρχεται, λλα πεποθοι
325ορανν εσανιδν προφερστερα θησασθαι.
τοῖός ο κα φρουρς ειρομνωι π ντ
φανεται μφοτροισι Κων π ποσσ βεβηκς,
ποικλος, λλ' ο πντα πεφασμνος· λλ κατ' ατν
γαστρα κυνεος περιτλλεται, δ ο κρη
330στρι ββληται δειν γνυς, ς α μλιστα
ξα σειριει· κα μιν καλουσ' νθρωποι
Σεριον. Οκτι κενον μ' ελίῳ νοντα
φυταλια ψεδονται ναλδα φυλλιωσαι·
εα γρ ον κρινε δι στχας ξς ἀίξας,
335κα τ μν ρρωσεν, τν δ φλον λεσε πντα.
Κενου κα κατιντος κοομεν, ο δ δ λλοι
σμ' μεναι μελεσσιν λαφρτεροι περκεινται.
Ποσσν δ'ρωνος π' μφοτροισι Λαγως

μμενς ματα πντα δικεται· ατρ γ' αε
340Σεριος ξπιθεν φρεται μετιντι οικς,
κα ο παντλλει, κα μιν κατιντα δοκεει.
δ Κυνς μεγλοιο κατ' ορν λκεται ργ
πρυμνθεν· ο γρ τ γε κατ χρος εσ κλευθοι,
λλ' πιθεν φρεται τετραμμνη, οα κα ατα

345νες, τ' δη ναται πιστρψωσι κορνην
ρμον σερχμενοι, τν δ' ατκα πς νακπτει
να, παλιρροθη δ καθπτεται περοιο·
ς γε πρμνηθεν ησονς λκεται ργ.
Κα τ μν ερη κα νστερος χρι παρ' ατν

350στν π πρρης φρεται, τ δ πσα φαειν,
κα ο πηδλιον κεχαλασμνον στρικται
ποσσν π' οραοισι Κυνς προπροιθεν ἰόντος.
Τν δ κα οκ λγον περ ππροθι πεπτηυαν
νδρομδην μγα Κτος περχμενον κατεπεγει
.
355 μν γρ Θρκος π πνοι βοραο
κεκλιμνη φρεται, τ δ ο ντος χθρν γινε
Κτος π Κρι τε κα χθσιν μφοτροισι
βαιν πρ Ποταμο βεβλημνον στερεντος.

Μετάφραση:

Σημάδι για την εποχή αυτή και για τον μήνα αυτόν
ας είναι ο Σκορπιός, που θα σηκωθεί σύντας τελειώσει η νύχτα.
Τώρα ο Τοξότης το μεγάλο του τόξο κοντά στο κέντρο
τεντώνει κι απ’αυτόν λίγο πιο μπρος στέκει ο Σκορπιός την ώρα,
που ανατέλλει κ’ ύστερα απ’αυτόν αμέσως ανεβαίνει
ετότε, που και της Κυνόσουρας η κεφαλή στης νύχτας
τον τελειωμό στο πιο ψηλότερο σημείο της τροχάζει,
σύναστρος
τότε κι ο Ωρίωνας πριν την ημέρα δύει
κι απ’το χέρι την οσφύ δείχνεται κι ο Κηφέας.
Πιο κείθε ένα άλλο βέλος βρίσκεται εκτοξευμένον όχι
απο τόξον και σ’ αυτόν κοντά φτεροκοπάει κι ο Κύκνος,
που ’ναι πολύ πιο βορειότερα. Κ’ είναι κοντά του κι άλλο
όχι πολύ μεγάλο φτερωτό, μα, που μηνάει κιντύνους
σύντας αργοκίνητο προβάλλει απ’τον γιαλό την ώρα,
που ξεψυχάει η νύχτα η σκοτεινή κι Αετόν όλοι τον λένε.
Κι άλλος αστερισμός ο Δέλφινας μέτριου μεγέθους τρέχει
κατόπιν απο τον Αιγόκερο σκοταδερός στην μέση
τέσσερα αστέρια, δυο παράλληλα, δυο που δρομούν μαζί του
τον περικυκλώνουν διασπαρμένα μεταξύ του βορείου πόλου
και του ήλιου την πορεία, κ’ είναι κι άλλα π’ ανατέλλουν κάτω
στον νότιο τον πόλο ανάμεσα και στου ήλιου τις στράτες.
Ο ίδιος ο Ωρίωνας λοξά κάτωθε απο του Ταύρου
πηγαίνει την τομήν, αδύνατον δεν είναι να τον βλέπεις
κοιτάζοντας μιά νύχτα ξάστερη σύντας στα ύψη εκείνος
περνάει τ’ ουρανού, και θα πειστείς αν ρίξεις ένα βλέμμα
στον ουρανό ψηλά και θα τον δεις έξοχον μέσα στ’ άλλα.
Τέτοιος φαίνεται απο την ράχη του πίσω την υψωμένη
κι ο Σκύλος, ο φρουρός του, που στα δυο τα πόδια του επάνω
στηρίζεται, αυτός είναι εύστροφος αλλά δεν είναι κι όλος
λαμπρός κ’ είναι η κοιλιά του σκοτεινή, όμως
ψηλά ένα αστέριστην φοβερή του κάτω σαγονιά τον σημαδεύει, που ’ναι
ολόφλογο, και που οι άνθρωποι τον Σείριο τ’ ονομάζουν,
όταν ανατέλλει με τον ήλιο σύγχρονα δεν γίνεται
ν’ αποφύγουν την πύρη του οι φυτειές, τα φύλλα τους καίγονται.
Γρήγορα τα μακραίνει κι εύκολα ρουφάει τον χυμό τους
κι άλλα τα σκλήρυνε κι απ’ τον φλοιό γύμνωσεν άλλα πάλι.
Τον νοιώθεις κι όταν δύει, γύρω του τρέχουνε κι άλλα αστέρια,
που σημειώνουνε τα μέλη του, μα λάμπουνε πιο λίγο.
Κάτω απ’τα δυό πόδια τ’ Ωρίωνα είναι ο Λαγός, που πάντα
διώκεται επίμονα απ’ τον Σείριο, που φαίνεται να τρέχει
οπίσωθέ του, ανατέλλοντας, όταν εκείνος δύει.
Στου Σκύλου του μεγάλου την ουρά σύρεται απο την πρύμνα
το πλοίον η Αργώ, που ασυνήθιστην ακουλουθεί πορεία.
Στραμμένη προς τα πίσω προχωρεί σαν πλοίο, που οι ναύτες
όταν λιμάνι θέλουν νά ’μπουν, γυρίζουν προς τα πίσω
την πλώρη και το σπρώχνουν όλοι τους πίσω και τοτ’ εκείνο
σε λιγάκι οπισθοκινούμενο τόπον στεριάς αγγίζει.
Έτσι του Ιάσονα το πλοίον, η Αργώ, από την πρύμνα
σύρεται κ’ είναι σκοτεινόχρωμη κι ανάστερη στο μέρος,
που το κατάρτι στερεώνεται και φωτεινή όλη η άλλη.
Και το τιμόνι της το αχρείαστο στεριώθηκε στα πόδια
τα πισινά του Σκύλου, που δρομεί μπρος πάντοτε απο κείνη.
Την Αντρομέδα πάλι, αν και μακριά δρομεί, μεγάλο κήτος
ορμάει για να την καταπιεί. Γιατί πλάγια παραδέρνει,
απ’ τις πνοές του βόρειου του θρακιά, ενώ πάλιν ο νότος
εξαποστέλνει εναντίον της το φοβερό το κήτος,
που κάτω απ’ τον Κριό και τους Ιχθείς και λίγο απ’ το Ποτάμι
πάνω τ’ αστεροδιακόσμητο είναι στερεωμένον.


19. ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ (295-215 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας ποιητής, σύγχρονος του Πτολεμαίου του Ευεργέτου. Γεννήθηκε περίπου το 295 π.Χ. στην Ναύκρατη της Αιγύπτου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια, όπου είχε την διεύθυνση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, και ο ίδιος ήταν βιβλιοθηκάριος, γραμματικός και επικός ποιητής.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΑ»

09 argonautika

Αρχαίο κείμενο:

α περιφραδέως, π δ σχεδν νεον μφω.
ο
δ ρα Μηδείης θυμς τράπετ λλα νοσαι,
μελπομένης περ μως· πσαι δέ ο, ντιν θύροι

950 μολπήν, οκ π δηρν φήνδανεν ψιάασθαι,
λλ μεταλλήγεσκεν μήχανος· οδέ ποτ σσε
μφιπόλων μεθ μιλον χ τρέμας, ς δ κελεύθους
τηλόσε παπταίνεσκε παρακλίνουσα παρειάς.
θαμ δ στηθέων άγη κέαρ, ππότε δοπον

955 ποδς νέμοιο παραθρέξαντα δοάσσαι.
ατρ γ ο μετ δηρν ελδομέν φαάνθη,
ψόσ ναθρσκων τε Σείριος κεανοο,
ς δ τοι καλς μν ρίζηλός τ σιδέσθαι
ντέλλει, μήλοισι δ ν σπετον κεν ιζύν·

960 ς ρα τ καλς μν πήλυθεν εσοράασθαι
Ασονίδης, κάματον δ δυσίμερον ρσε φαανθείς.
κ δ ρα ο κραδίη στηθέων πέσεν, μματα δ ατως
χλυσαν, θερμν δ παρηίδας ελεν ρευθος·
γούνατα δ οτ πίσω οτε προπάροιθεν εραι

965 σθενεν, λλ πένερθε πάγη πόδας. α δ ρα τείως
μφίπολοι μάλα πσαι π σφείων λίασθεν.
τ δ νε κα ναυδοι φέστασαν λλήλοισιν,
δρυσν μακρσιν ειδόμενοι λάτσιν,
α τε παρσσον κηλοι ν ορεσιν ρρίζωνται

970 νηνεμί, μετ δ ατις π ιπς νέμοιο
κινύμεναι μάδησαν πείριτον· ς ρα τώγε
μέλλον λις φθέγξασθαι π πνοισιν ρωτος.

Μετάφραση:

Εμίλησε με σωφροσύνη και με σύνεση·
συμφώνησαν μεμιάς και οι δύο.
Η καρδιά όμως της Μήδειας δεν ξεκολλούσε, άλλο δεν σκεφτόταν,
έστω και αν έπαιζε. Και όποτε άρχιζε να παίζει κάτι,
ό,τι και αν ήταν, τίποτα δεν την έθελγε ούτε την έτερπε πολλή ώρα.
Άξαφνα σταματούσε αμήχανη.
Ούτε στιγμή δεν μπορούσε να καθηλώσει το βλέμμα της
πάνω στις δούλες, έστρεφε ανήσυχη το πρόσωπο
και κοίταζε μακριά τους δρόμους.
Πολλές φορές εράγισε η καρδιά μέσα στα στήθια της,
όταν δεν γνώριζε αν ο ήχος που έτρεχε πλάι της
ήτανε από βήματα ή τον άνεμο.
Όμως σε λίγο, ενώ την έφλεγε ο πόθος,
εφανερώθη εμπρός της, ίδιος ο Σείριος
που αφήνει τον Ωκεανό και ανεβαίνει ψηλά στον ορίζοντα,
που είναι χάρμα να τον βλέπεις όταν ανατέλλει υπέρλαμπρος,
φέρνει όμως ανείπωτη συμφορά στα κοπάδια.
Έτσι εστάθη εμπρός της ο Αισονίδης, εξαίσιος να τον κοιτάζει,
όμως ήρθε και ξύπνησε το μαρτύριο του ολέθριου πάθους.
Η καρδιά της πέταξε από τα στήθη της, τα μάτια της σκοτείνιασαν,
στα μάγουλά της απλώθηκε ζεστή πορφύρα·
δεν είχε δύναμη να σηκώσει τα γόνατά της,
να προχωρήσει εμπρός ή πίσω,
τα πόδια της καρφώθηκαν στο χώμα.
Οι δούλες όλες απομακρύνθηκαν ήδη από κοντά τους.
Εκείνοι άφωνοι και αμίλητοι έστεκαν μόνοι, πρόσωπο με πρόσωπο·
έμοιαζαν με δρυς ή έλατα πανύψηλα
που ριζωμένα πάνω στα όρη, ασάλευτα στην αρχή
μέσα στη νηνεμία, έπειτα παίρνουν να κινούνται
από τις ριπές του ανέμου και ηχούν ακαταπαύστως.
Έτσι και αυτοί είχαν να πουν πολλά καθώς τους παρέσερναν
οι πνοές του Έρωτα.


(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)



20. ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ
(285-194 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας διδακτικός ποιητής απο την Κλάρο της Κολοφώνας, μαθηματικός, γεωγράφος, αστρονόμος, γεωδαίτης, ιστορικός και φιλόλογος. Θεωρείται ο πρώτος που υπολόγισε το μέγεθος της Γης και κατασκεύασε ένα σύστημα συντεταγμένων με παράλληλους και μεσημβρινούς. Ακόμα κατασκεύασε έναν χάρτη του κόσμου όπως τον θεωρούσε. Για τις θεωρίες του περί γεωγραφίας κατηγορήθηκε αργότερα από τον Στράβωνα, ότι δεν παρείχε τις αναγκαίες αποδείξεις. Από τα ποικίλα έργα του δεν σώθηκε κανένα εκτός από λίγους τίτλους, όπως «Χρονογραφίαι», «Γεωγραφικά», «Περί της Αρχαίας κωμωδίας», «Καταστερισμοί» και «Περί Μεσοτήτων».

21. ΕΥΦΟΡΙΩΝ Ο ΧΑΛΚΙΔΕΥΣ (276-187 π.Χ.)
Γιος του Πολύμνητου, ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής και επιγραμματοποιός με καταγωγή από τη Χαλκίδα. Πέρασε σημαντικό μέρος της ζωής του στην Αθήνα, όπου και κατόρθωσε να συγκεντρώσει μεγάλο πλούτο. Έγραψε μυθολογικά έπη (όπως το Θρξ), ερωτικές ελεγείες, επιγράμματα, καθώς και ένα σατιρικό ποιήμα (Άραι, «κατάραι») κατά τα πρότυπα του έργου Ήβης του Καλλίμαχου του Κυρηναίου.


Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:


«ΘΡΑΞ»

10 thraks

...η Πανδώρα, δώρο κακό, εκούσιος των ανθρώπων πόνος.
Ο Άρης να τους μοιράσει στη ζυγαριά του το μισθό τους
και τον παγερό πάλι αφήνοντας πόλεμο
στους ανθρώπους την Ειρήνη να στείλει που φέρνει τα πλούτη
και στην αγορά να στήσει την Θέμιδα, που το καλό ανταμείβει,
μαζί και τη Δίκη, που γοργά το γέρικο
σηκώνει το πόδι της,
αγριεμένη με τα έργα των ανθρώπων που επιβλέπει.
Αυτών που βέβαια τους θεούς εξοργίζουν και διαστρέφουν
τους νόμους τους
ή αλαζονικά στους αδύναμους γονείς τους φέρονται,
περιφρονώντας των ζωντανών τις παραινέσεις και των πεθαμένων,
ή παραβαίνουν τα φιλόξενα γεύματα και τραπέζια του Δία.
Ούτε καν ο πιο ελαφρός των ανέμων που φυσούν ακατάπαυστα
εύκολα δεν μπορεί να ξεφύγει τα ευκίνητα πόδια της Δίκης, όταν εκείνη σκιρτά.
Κι ούτε ποτέ στα νησιά Εχινάδες
με τα πλοία θα ενσκήπτανε
του Αμφιτρύωνα
και του Κέφαλου οι σύντροφοι
και η Κομαιθώ
ποτέ δεν θα έκοβε την χρυσή τρίχα απ' τους κροτάφους
του πατερα της, για να γίνει το αγρίμι άταφος τάφος της,
αν με βόδια κλεμμένα δρόμο οι Τηλεβόες
δεν άνοιγαν,
που μέσω θαλάσσης έφυγαν απ' τον Αρσίνο.
Κι
ούτε οι [                      ] θα σκέφτονταν να παν,
ούτε να βρουν ανάμεσα στα χόρτα τα ίχνη της αγελάδας απ' την Αχαΐα,
αν
  o [                    ] με το δόρυ δεν έκοβε [                     ]
Γι' αυτό ελπίζω με χειρότερο τρόπο να γεράσει
αυτός που το λαρύγγι σου στο αίμα πλημμύρισε, κακόμοιρε.
Ελαφρύ για σένα το χώμα και βαρύς ο έπαινος που θ' απλώσουν επάνω σου.
Χαίρε, αν βέβαια και στον Άδη υπάρχει στ' αλήθεια κάποια χαρά.



22. ΡΙΑΝΟΣ Ο ΚΡΗΣ
(275-195 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας ποιητής και γραμματικός, κάτοικος της Κρήτης και φίλος του Ερατοσθένη. Έγραψε επίσης επιγράμματα, έντεκα από τα οποία σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία και στον Αθήναιο και δείχνουν κομψότητα και ζωντάνια.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΑ»


11 messhniaka

...γιατί πολύ μακριά
δεν κάθονται άπρακτοι οι εχθροί απ' την δική μας χώρα
και αν στην ακοή τους φτάσει ο θόρυβος
του θρήνου, του στεναγμού μας του κακόφωνου,
αμέσως εναντίον μας θα φτάσουν αναρίθμητοι
και τότε ούτε ο άριστος απ' τους ημίθεους τον όλεθρό μας θα αποτρέψει.
... (οι εχθροί μας θα φτάσουν περνώντας)
γοργά πάνω απ' την πολύ απόκρημνη έδρα του Δία
αθόρυβα, σιωπηλά.
Κρύψτε λοιπόν μες στην καρδιά τους σκοπούς σας,
για να αποφύγετε ήσυχοι την επιδρομή,
μέχρι να ετοιμάσουμε τον στόλο για αναχώρηση,
ελπίζοντας να μην μας αρπάξουν και μας ρίξουν στα βράχια οι θύελλες.
Αμέσως μετά αφήνοντας το απόκρημνο Ρίον,
την πατρίδα μας, θα αναζητήσουμε μια ξένη γη,
και πάνω σε αρχαία θεμέλια θα πυργώσουμε (μια πολιτεία καινούργια)...



«ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ»

12 thessalika
Πυρραία την λέγαν κάποτε οι παλαιότεροι

από την Πύρρα την αρχαία, την σύζυγο του Δευκαλίωνα,
μετά Αιμονία απ' τον Αίμονα, που ο Πελασγός
άριστο γιο τον γέννησε. Κι ο Αίμονας πάλι γέννησε τον Θεσσαλό,
που απ' αυτόν τη μετονόμασαν σε Θεσσαλία οι λαοί της.



23. ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ
(2ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας μαθηματικός, φαρμακοποιός, γεωπόνος, βοτανολόγος, ιατρός και γραμματικός. Γεννήθηκε στην Κλάρο, κοντά στην Κολοφώνα, γιος του Δαμαίου, όπου η οικογένειά του ήταν υπεύθυνη από γενιά σε γενιά για το ιερατείο του Απόλλωνα, υπήρξε και ο ίδιος ιερεύς του Απόλλωνα. Άκμασε κατά την βασιλεία του Αττάλου Γ' της Περγάμου. Ήταν σύγχρονος του Αράτου και του Θεοκρίτου. Από έναν αρκετό αριθμό βιβλίων που έγραψε τόσο σε πρόζα όσο και σε έμμετρο στίχο, μόνο δύο διασώζονται ολόκληρα, τα «Θηριακά» και τα «Αλεξιφάρμακα» καθώς επίσης και 3 επιγράμματα που αποδίδονται στον ίδιο που σώζονται στην Παλατινή ανθολογία.

24. ΝΟΥΜΗΝΙΟΣ Ο ΑΠΑΜΕΥΣ (2ος αιώνας π.Χ.)
Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του μεσοπλατωνισμού (2ος αιώνας π.Χ.. Η σκέψη του άσκησε μεγάλη επίδραση στον Πλωτίνο, τον Πορφύριο και τους χριστιανούς στοχαστές. Ο Νουμήνιος γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας, όπου και δίδαξε στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Ήταν πλατωνικός και πυθαγόρειος ταυτόχρονα. Αναφέρονται τίτλοι επτά έργων του από τα οποία όμως έχουν σωθεί μόνο κάποια αποσπασμάτα. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του είναι το «Περί Αγαθού» και το «Περί αφθαρσίας ψυχής».

ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.

25. ΣΕΡΒΙΛΙΟΣ ΔΑΜΟΚΡΑΤΗΣ
(1ος αιώνας μ.Χ.)
Ρωμαίος γιατρός που ονομάστηκε Σερβίλιος επειδή ήταν απελεύθερος του Σερβιλίου οίκου. Ο Πλίνιος και ο Γαληνός τον εγκωμίαζαν. Έγραψε πολλά έργα, κυρίως φαρμακολογικά σε ιαμβικούς τίχους όπως, «Φιλίατρος», «Πυθικός» κ.α. εκ των οποίων μόνο αποσπάσματα έχουν διασωθεί.

26. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΠΕΡΙΗΓΗΤΗΣ (1ος ή 2ος αιώνας μ.Χ.)
Αλεξανδρινός γεωγράφος, γνωστός και ως Δ. ο Χαρακηνός (από τον τόπο καταγωγής του). Έγραψε το έργο «Οικουμένης Περιήγησις» σε 1.187 εξάμετρους στίχους, το οποίο αποτελούσε μια γεωγραφία του τότε γνωστού κόσμου. Οι πληροφορίες γύρω από την καταγωγή και το πρόσωπό του είναι αβέβαιες και συγκεχυμένες.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ»


13 oikoumenhs perihghsis

Αρχαίο κείμενο:

Φίλτατοι δ’ εσν ο ρδιο τος νθρώποις
κα
προσημαίνουσιν εδίαν τε κα χειμνα,
μάλιστα πρ
ς κενο τ μέρος,
θεν ν μέλλ σφοδρότατος νεμος πνεν,
π τος στήθεσι τς κεφαλς κατακλίνοντες.
Ναύτης γο
ν οκ ν ποτε κν ρδιν ποκτείνειεν,
πειδ πιστεύονται τος λιεσιν ν τ θαλάττ σημαίνειν
πόσα τος θηρατας π τς γς ο έρακες.
Φασ
δ’ ατούς, κα νίκα μία τροφ πσι ν τος ρνέοις,
πρώτους βορ
ν κ τν δάτων ερεν,
κα
παρ’ ατν τος λοιπος πάντας κδιδαχθναι·
π δ τ τέχν μεγαλαυχήσαντας
κα
οδ’ ατν επόντας πρ νήξεως ρίζειν δύνασθαί σφίσι τν Ποσειδνα
τ
ν πιστήμην ποβαλεν το θεο μηνίσαντος.


Μετάφραση:

Οι ερωδιοί είναι πολύ αγαπητοί στους ανθρώπους
και φανερώνουν από πριν και την καλοκαιρία και την κακοκαιρία,
κυρίως προς εκείνο το μέρος από όπου ενδεχομένως
πρόκειται να πνεύσει πάρα πολύ σφοδρός άνεμος
γέρνοντας προς τα κάτω τα κεφάλια τους.
Ο ναύτης βέβαια δε θα σκότωνε ποτέ με τη θέλησή του έναν ερωδιό,
επειδή είναι κοινή πεποίθηση ότι προλέγουν στους ψαράδες
όσα προλέγουν στους κυνηγούς τα γεράκια στην ξηρά.
Λένε ακόμη γι’ αυτούς, κι όταν ήταν μία η τροφή για όλα τα πουλιά,
πρώτοι αυτοί βρήκαν τροφή από τα νερά,
και ότι απ’ αυτούς διδάχτηκαν όλα τα υπόλοιπα πουλιά·
επειδή όμως περηφανεύτηκαν για το εύρημά τους
και επειδή ισχυρίστηκαν για το κολύμπι ότι ούτε ο ίδιος ο Ποσειδώνας
δεν μπορούσε να συναγωνιστεί μαζί τους
λένε ότι έχασαν την ικανότητά τους αυτή, επειδή ο θεός οργίστηκε.


27. ΟΠΠΙΑΝΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής από την Ανάζαρβο της Κιλικίας, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Οππιανός συνέγραψε στα τέλη της βασιλείας του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου το ποίημα «Αλιευτικά» (δηλαδή αναφερόμενα στο ψάρεμα) σε 5 βιβλία, που σώζεται ακόμα. Το αφιέρωσε στον Μάρκο Αυρήλιο, ο οποίος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε του δώρησε ανά ένα χρυσό νόμισμα για κάθε στίχο του (οι στίχοι ήταν περίπου 3500).

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΛΙΕΥΤΙΚΑ»

14 alieutica

Αρχαίο κείμενο:

Σπογγοτόμων δ ο φημι κακώτερον λλον εθλον
μμεναι, οδ νδρεσσιν ιζυρώτερον ργον.
ο
δ᾽ἤτοι πρτον μέν, τ᾽ἐς πόνον
πλίζωνται,
615 βρώμ τ δ ποτοσιν φαυροτέροισι μέλονται,
πν τ οχ λιεσιν οικότι μαλθάσσονται.
ς δ τ νρ εγηρυν φοπλίζητ ς γνα,
μολπ
ς εφόρμιγγος χων Φοιβήιον εχος·
π
σα δέ ο μέλεται κομιδή, πάντ δ
φυλάσσει,
620 πιαίνων ς εθλα λιγυφθόγγου μέλος αδς,
ς ο γ᾽ἐνδυκέως κομιδν εφρουρον χουσι,
φρα σφι πνοιή τε μέν ποτ βυσσν οσιν
σκηθής, προτέροιο δ ναψύξωσι πόνοιο.

Μετάφραση:

Πιο μαρτυρικό απ τ’ άθλημα των σφουγγαράδων κι άλλο πιο άθλιο
έργο για ανθρώπους, λέω με βεβαιότητα πως άλλο δεν υπάρχει.

Αυτοί, λοιπόν, σαν ετοιμάζονται, με τα όπλα τους τον πόνο να σηκώσουν,

Νοιάζονται πρώτα να ’χουνε μόνο τα πιο λαφριά φαγώσιμα και ποτά

και μαλθακοί δεν γίνονται απ’ τον ύπνο τον πολύ σαν τους ψαράδες

κι έπειτα, όταν ο άντρας παίρνει τον οπλισμό του, έτοιμος για τον αγώνα,

με γλυκόηχο τραγούδι. Σαν από μελωδική κιθάρα, προσεύχεται στον Φοίβο

να έχει καλή σοδειά και να τον προστατεύει από κάθε αναπάντεχο κακό

και πλουτίζει την αξιοβράβευτη της λυγερόφθογγης φωνής του μελωδία.

Κι όταν αυτοί κρατάνε σφρουγγαρότοπο και τον φυλάγουνε σαν δράκοι

προσεύχονται η ανάσα τους να ‘χει μεγάλη αντοχή στα βάθη σαν κατεβαίνουν

και να ξανάβρουν τη ζωντάνια τους από τον πόνο που περάσαν.


28. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ο ΣΙΔΗΤΗΣ
(2ος αιώνας μ.Χ.)
Γιατρός και ποιητής από τη Σίδη της Παμφυλίας. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου (161-180) και έγραψε 42 βιβλία ιατρικού περιεχομένου, με τον τίτλο «Ιατρικά». Από αυτό το έργο, το οποίο γράφτηκε σε δακτυλικούς εξάμετρους στίχους, σώζονται τρία αποσπάσματα που τιτλοφορούνται Περί Ιχθύων, Περί λυκανθρωπίας και Περί σφυγμών.


Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΠΕΡΙ ΙΧΘΥΩΝ»


15 peri ixthywn

Αρχαίο κείμενο:


Ευ δε και ειναλίων εδάην φύσινιήτειραν...

Στίχοι 44-46
Τρίγλα μεν ανθεμόεσσα πυρός ριπήσικαείσα συν μέλιτι ξανθώ,
καυαναυγέας
άνθρακας έλκει ριζόθεν,
οι πνείουσι φόβον κρυερού
θανάτοιο...

Στίχοι 70-73
Ηπαρ δ' αυ τε χολή τε φιλοσκοπέλου θύννοιο ουκ εα όρνυσθαι
θαμινάς τρίχας εν
βλεφάροισιν, νυσσούσας ευτ' αν κε τριχηλάβω εξερύσειας.
Ειναλίου δ' ίπποιο χολή ατάλαντος
υαίνης.

Στίχοι 92-98
Σκορπίου ειναλίου δε πολυσχοίνων από κύρτων αυτίκ' ενί κρητήρσι
βεβριθόσιν ηδέος
οίνου πνιγομένου, πόμα κείνο πιών βροτός,
ου μέλαν ήπαρ
ή σπλην αλγύνει πολυώδυνον,
άτρεμας
ίσχει παν δέμας, αχθήεντος αναπνεύσας καμάτοιο.
Σμάριδες αυ λείαι μυρμηκώνετα
κάρηνα ρηιδίως θαμινάς τ' ακροχορδώνας εξακέουσι.

Μετάφραση:

Και στους ενάλιους οργανισμούς υπάρχει θεραπευτική φύση

Στίχοι 44-46
το χρωματιστό σαν λουλούδι μπαρμπούνι,
αν καεί με ριπές φωτιάς, μαζί με ξανθό μέλι,
τραβά τους μαύρους άνθρακες που προκαλούν
τον κρύο φόβο του θανάτου, από τη ρίζα τους...


Στίχοι 70-73
Το συκώτι και η χολή του τόνου που προτιμά τους σκοπέλους,
δεν θα αφήσουν να μπερδευτούν οι πυκνές τρίχες των βλεφάρων
και να τρυπούν (το μάτι) ακόμη κι αν τις βγάλεις με την τριχολαβίδα.
Η χολή του θαλασσίου ίππου σε κάνει ισοδύναμο με ύαιαν.

Στίχοι 92-98
Τον θαλασσινό σκορπιό που ψαρεύεται με πολύσχοινα δίχτυα,
αν τον πνίξουμε σε κρατήρα γεμάτο με γλυκό κρασί
κι αυτό το πόμα το πιει κάποιος,
το μαύρο συκώτι και ο σπλήνας δεν θα νιώσουν πόνο,
ήρεμο θα κρατήσει όλο το σώμα και θα αναπνεύσει από το βαρύ κάματο.
Οι γυαλιστερές μαρίδες, το γεμάτο μυρμηγκιές κεφάλι
και τις τόσο συχνές ακροχορδώνες θα τα θεραπεύσει με ευκολία.

29. ΣΩΤΗΡΙΧΟΣ (3ος αιώνας μ.Χ.)
Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής από την Λιβύη. Έζησε την εποχή του Διοκλητιανού, για τον οποίο και έγραψε εγκώμιο. Το σπουδαιότερο έργο του είναι το μυθολογικό έπος «Βασσαρικό», σε τέσσερα βιβλία.

30. ΚΟΙΝΤΟΣ Ο ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ (3ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν Έλληνας επικός ποιητής και γραμματικός, του οποίου το έργο «Τα μεθ' Όμηρον» συνεχίζει την διήγηση του Τρωικού Πολέμου μετά τα όσα αφηγείται η Ιλιάδα.


Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΤΑ ΜΕΘ’ ΟΜΗΡΟΝ»

16 ta meth omhron

Όταν όμως μες στα τείχη της Τροίας όλοι μπήκανε
τότε ανήλεοι χυθήκαν στου Πρίαμου την πόλη
ασθμαίοντας και την ορμήν αναπνέοντας τον Άρη
,
Όλη την πόλη απ ' τους νεκρούς γεμάτη του πολέμου
βρήκαν και με στεναχτερή φωτιά παντού τα σπίτια
άνιερα να καίγουνται κι αφάνταστα ευφραινόνταν,
Όρμησαν κατά των Τρώων με κακά στον νου τους μύρια'
ο Άρης κ
' η στεναχτερή Ενυώ λυσσιάζανε,
Παντού ετρέχαν αίματα απ
' τους σκοτωμένους Τρώες
κι
' από τους ξενόγλωσσους συμμάχους των' πολλοί τους
στην πόλη μέσα σ
' αίματα κοίτουνταν δαμασμενοι
από τον κρύο θάνατο κι άλλοι πέφταν πάνω τους
ανασαίνοντας ακόμα
' άλλοι πάλιν τ ' άντερά τους
μες στην χούφτα των χεριών τους κρατώντας τα γυρνούσαν
στο σπίτι τους πανάθλιοι' κι άλλοι με
κομμένα πόδια
σούρνουνταν γύρω στους νεκρούς
ακατάσχετα βογγώντας,
Άλλοι
, που στην σκόνη θέλαν να πολεμούν ακόμη
κοπήκανε τα
χέρια τους μαζί με τα κεφάλια
κι άλλοι πού
'φευγαν στα νώτα με δόρατα χτυπιούνταν,
πού αντίκρυ βγαίναν στα βυζιά και γι άλλους πάλι φτάναν
στην μέση
, ή πάνω απ ' τ ' αχαμνά διαπερνώντας τα, όπου
τ
' Άρη του ακούραστου η αιχμή είναι πιό πονοφόρα,
Παντού στην πόλη των σκυλιών τα ουρλιαχτά ακουγόνταν,
Βόγγοι αντρών φονευομένων άθλιοι σκορπίζουνταν
κι άπαυα τα σπίτια όλης της πόλης α
vταxoύσανε,
Γυναικών σπαραξικάρδιος θρήνος την πόλη γέμισε
μοιάζοντας γερανών κραυγήν άμα ιδούν πετούμενον
ψηλά στον
αγέρα αγυούπα κι αφού καμιά δεν έχουν
δύναμην αξιόλογη στα στήθη από Φόβο
στ
' όρνιο το ιερό, κρα-κρα γοργοπέτοντας αφήνουν'
έτσι
κ' οι Τρωάδες άλλες απ ' αλλού θρηνολογούσαν,
άλλες ανασηκωμένες στην κλινοστρωμή τους, κι άλλες
στην γη πάνω αναπηδούσαν
, κι ούτε για να καλύψουν
τα θλιβερά κεφάλια τους γνοιάζουνταν
, αλλά θρηνούσαν
σκεπάζοντας τα μέλη τους μόνο με πουκαμίσα
κι άλλες τους ούτε κάλυμμα ούτε άλλο τρανό πέπλο
βάζαν και σ
' αμηχανία από των οχτρών τον Φόβο
βρίσκουνταν και καρδιότρεμαν και τ
' απόκρυφά τους μέλη
έκρυβαν
, οι ταλαίπωρες, με γοργά χέρια και άλλες
μαδούσανε την κόμη τους κι άλλες στηθοκοπιούνταν
θρηνολογώντας άπαυα
' κι άλλες τους των οχτρών τους
την χλαλοή υπομένανε θέλοντας τους άντρες τους
να βοηθήσουν και τους γιους των
, που σκοτώνουνταν στην μάχη'
γιατί απεριόριστο τους έδινε η ανάγκη θάρρος.
Εκλαίγαν τα μικρά παιδιά και δεν κοιμούνταν,
που δεν ξέραν να μιλάνε και δεν τα τρυγούσαν έγνοιες
.


****************


Πηγές:

https://eleysis69.wordpress.com
http://www.tritsibidas.gr
https://el.wikipedia.org
http://www.greek-language.gr
http://www.ygeiaonline.gr
http://noctoc-noctoc.blogspot.gr
http://www.pi.ac.cy
http://www.diadrastika.com
http://greek_greek.enacademic.com
http://archtheatro.blogspot.gr
http://www.artble.com
http://thrall45.rssing.com
http://www.rusechan.org
http://heterophoton.blogspot.gr
http://www.ehow.co.uk
http://www.royalathena.com
https://commons.wikimedia.org
https://www.pinterest.com
http://4oktovriou.blogspot.gr
http://www.astrologicon.org
http://users.sch.gr
https://repository.kallipos.gr
http://santo-rinios.blogspot.gr
https://sarantakos.wordpress.com
http://www.davidrumsey.com
http://archaia-ellada.blogspot.gr
http://www.artribune.com
http://jesscatdraws.blogspot.gr
https://endlesswondershield.wordpress.com/histoire-de-la-magie/hdm-selon-with/




Pin It

Σχετικά με Εμάς

Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού «ΕΛΞΕΥΣΙΣ», είναι Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με έδρα τον Βόλο. Παρ' ό,τι προϋπήρχε σαν πολιτιστικός φορέας, προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας του Ινστιτούτου, από την πολιτιστική πρόκληση των δράσεων, εκτός των Ελλαδικών πλέον συνόρων.

Φορέας πολιτισμού, με πολυετή πείρα και έντονη δραστηριότητα στις τέχνες και τον πολιτισμό. Ανάμεσα στους σκοπούς του είναι και οι προσεγγίσεις των πολιτισμικών – πολιτιστικών διαδρομών που αφορούνε στο σύνολό τους τον ελληνικό πολιτισμό, από την γέννησή του έως και σήμερα, αλλά και την διάδοσή του σε όλον τον κόσμο.


Περισσότερα...

Στοιχεία - Διεύθυνση

Επικοινωνία
"ΕΛΞΕΥΣΙΣ"
Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού
+30 24210 20038 / + 30 698 8085300
info@elxefsis.com
elxefsis@gmail.com
Διεύθυνση
Γαλλίας 73 / Μαγνησία - Βόλος
Τ.Κ. 38221