Pin It

Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία

Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν κάποτε δήλωσε: «Στις μέρες μας οι παλιές συσκευές ξαναανακαλύπτονται και τα αρχαία πειράματα γίνονται για άλλη μια φορά». Το ταξίδι στην αρχαία Ελληνική τεχνολογία, το ταξίδι στην ιστορία του Ελλαδικού χώρου είναι εντυπωσιακό. H τεχνολογία και η επιστήμη, όποτε συνδέονταν παρήγαγαν εκπληκτικά αποτελέσματα. Στην αρχαία Ελλάδα είχαμε νέες εφευρέσεις που άλλοτε έβρισκαν και άλλοτε όχι εφαρμογή στην οικονομία και την παραγωγική διαδικασία. Ξαφνιάζει η ευρύτητα και το πλήθος των αρχαιοελληνικών τεχνολογικών επιτευγμάτων.

Ο μεγάλος πυλώνας του Ελληνικού Πολιτισμού στάθηκε η αρχαία Ελληνική Τεχνολογία. Άκρως εντυπωσιακές είναι οι διαπιστώσεις των επιστημόνων για την επινοητικότητα των αρχαίων προγόνων μας στον τομέα της τεχνολογίας. Πολύ σημαντική είναι η επινόηση των εργαλείων, για να ολοκληρωθούν οι κατασκευές, όμως το κυριότερο είναι το δέσιμο Επιστήμης – Τεχνολογίας, που βαδίζουν πάντα πλάι-πλάι. Η Επιστήμη τροφοδοτεί την Τεχνολογία και αντιστρόφως. Ήταν η εφεύρεση των Αρχαίων Ελλήνων για την παρουσία της θείας βούλησης στις τραγωδίες των μεγάλων ποιητών, ένα δείγμα της εφευρετικότητας αυτών των ανθρώπων.

Οι μηχανές των προγόνων μας αποτελούν σίγουρα τις πιο αινιγματικές και σε αρκετές περιπτώσεις παράδοξες εφευρέσεις. Και αυτό γιατί πριν από 2.500 χρόνια, οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν τον τηλέγραφο, κατάφεραν να αποξηράνουν εκτάσεις, κατασκεύασαν πτητικές μηχανές, υπολογιστές, τσιμέντο και τόσα άλλα. Σε όλη την ελληνική Θεογονία / Κοσμογονία, η Τεχνολογία ήταν το θεόσταλτο συμπλήρωμα των φυσικών δυνάμεων το οποίο και έπαιξε πάντοτε τον αποφασιστικότερο ρόλο σε όλες τις εξελίξεις των θεϊκών πραγμάτων.

Παρουσία των πιο σημαντικών εφευρέσεων της αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας.

01Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων (και χρονολόγιο των Αντικυθήρων, υπολογιστής των Αντικυθήρων ή αστρολάβος των Αντικυθήρων) είναι ένα αρχαίο τέχνημα που πιστεύεται ότι ήταν ένας αρχαίος αναλογικός [2][3], μηχανικός υπολογιστής και όργανο αστρονομικών παρατηρήσεων, που παρουσιάζει ομοιότητες με πολύπλοκο ωρολογιακό μηχανισμό.

Αυτός, είναι ο αρχαιότερος γνωστός πολύπλοκος μηχανισμός. Ονομάζεται και πρώτος γνωστός αναλογικός υπολογιστής. Η ποιότητα κατασκευής του υποδηλώνει ότι είχε ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής Περιόδου.

Ανακαλύφθηκε σε ναυάγιο ανοικτά του Ελληνικού νησιού Αντικύθηρα[4] μεταξύ των Κυθήρων και της Κρήτης. Με βάση τη μορφή των ελληνικών επιγραφών που φέρει χρονολογείται μεταξύ του 150 π.Χ. και του 100 π.Χ., αρκετά πριν από την ημερομηνία του ναυαγίου, το οποίο ενδέχεται να συνέβη ανάμεσα στο 87 π.Χ. και 63 π.Χ..

02 astrolabosΟ αστρολάβος είναι ένα ιστορικό αστρονομικό όργανο το οποίο χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί και οι αστρονόμοι για την ναυσιπλοΐα και την παρατήρηση του Ήλιου και των αστεριών από τον 3ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 18ο αιώνα μ.Χ., μετά τον οποίο χρησιμοποιήθηκε ένα πιο εξελιγμένο όργανο, ο εξάντας. Χρησιμοποιώντας τον αστρολάβο προέβλεπαν τις θέσεις του ήλιου της σελήνης, των πλανητών και των άστρων. Με τη βοήθεια του αστρολάβου είναι δυνατό να βρεθεί η ώρα αν είναι γνωστό το γεωγραφικό μήκος και πλάτος ή αντίστροφα.

Η εφεύρεσή του αποδίδεται στον Έλληνα αστρονόμο και μαθηματικό Απολλώνιο τον Περγαίο (πιθανότατα γύρω στο 220 π.Χ.) και λίγο αργότερα στον Ίππαρχο τον 2ο αι. π.Χ. και αρχικά είχε σχήμα σφαίρας (αστρολάβος Ίππαρχου).

 

 

03 odometroΤo οδόμετρο θεωρείται ο πρόδρομος του σημερινού κοντέρ, του οργάνου που μετρά τη χιλιομετρική απόσταση. Αυτό που ονομάζουμε οδόμετρο ή δρομόμετρο του Ήρωνα είναι πιθανότατα εφεύρεση του Αρχιμήδη. Ο πρώτος που κάνει αναφορά σ’ αυτό είναι o Μάρκος Βιτρούβιος Πολλίωνας, Ρωμαίος συγγραφέας, αρχιτέκτονας και μηχανικός, στην πραμάτεια του με τίτλο « Δέκα Βιβλία Αρχιτεκτονικής». Το όργανο περιγράφεται πλήρως από τον Ήρωνα και υπάρχει στο έργο του Διόπτρα ή περί Διόπτρας. Το οδόμετρο ή δρομόμετρο το χρησιμοποιούσαν για τη μέτρηση των οδικών αποστάσεων, ενώ αργότερα, μια παραλλαγή του, γνωστή ως ναυτικό δρομόμετρο, χρησιμoπoιόταν για τη μέτρηση θαλάσσιων αποστάσεων.

Η λειτουργία του μηχανισμού στηρίζεται σ’ ένα σύστημα οδοντωτών τροχών (γραναζιών), οι οποίοι, εμπλεκόμεναι με ατέρμονες κοχλίες, μεταφέρουν την κίνηση των τροχών σε τρεις κυκλικούς δίσκους στο πάνω μέρος του οργάνου, όπου και καταγράφεται η απόσταση που έχει διανυθεί, ενώ το ναυτικό δρομόμετρο που περιγράφεται από τον Ήρωνα στο έργο του μετρητικά, τοποθετούταν με κατάλληλο τρόπο στην κουπαστή του πλοίου και με έναν συνδυασμό γραναζιών κατέγραφε την απόσταση που έχει διανύσει το πλοίο

 04 dioptraΟ Ήρων ο Αλεξανδρεύς (10 μ.Χ. – 70 μ.Χ.),

Η γεωδαιτική διόπτρα του Ήρωνα (1ος αι. μ.Χ.) είναι ένα φορητό εργαλείο που επιτρέπει γεωδαιτικές μετρήσεις επί της επιφάνειας της Γης.

Μετρά αζιμούθια, ύψη, μήκη και γωνιακές

αποστάσεις. Αποτελείται από ένα ξύλινο τρίποδο ύψους περίπου 50 εκατοστών, πάνω στο οποίο στηρίζονται το σκόπευτρο (γωνιόμετρο) και μία βαθμονομημένη πλάκα επί της οποίας κινείται.

Το όργανο περιλαμβάνει μηχανισμό ακριβείας για οριζόντια και κατακόρυφη περιστορή του γωνιόμετρου με τη χρήση ατέρμονος κοχλία, καθώς και σκόπευτρο. Ο μηχανισμός ακριβείας είναι κατασκευασμένος από ορείχαλκο.Με αυτήν την διόπτρα ο Ήρων μέτρησε την απόσταση Αλεξάνδρειας-Ρώμης

05 roloi arximidi«Ρολόι του Αρχιμήδη», Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Το «υδραυλικό ωρολόγιο » του Αρχιμήδη (3ος αι. π.Χ.), το πρώτο ρολόι με κτύπους της ιστορίας.

Πρόκειται για ένα πολύπλοκο υδραυλικό ωρολόγιο με πολλά αυτόματα κινούμενα πάρεργα που περιγράφεται με λεπτομέρειες στο ομώνυμο αραβικό χειρόγραφο που το διασώζει.

Αποτελούνταν από το κεντρικό δοχείο αποθήκευσης ύδατος που τροφοδοτούσε μέσω ενός μικρότερου δοχείου εξασφάλισης σταθερής στάθμης (με κωνική βαλβίδα πάνω σε πλωτήρα) ένα ακροφύσιο.

Η παροχή εκροής του ακροφυσίου ρυθμιζόταν ανάλογα με την ημερομηνία περιστρέφοντάς το πάνω σε ένα διαβαθμισμένο ημικυκλικό δίσκο (ώστε να μεταβάλλεται η υψομετρική διαφορά της οπής εκροής του ακροφυσίου και της στάθμης του ύδατος και επομένως η χρονική διάρκεια της ώρας της συγκεκριμένης ημέρας). Στους δυο κίονες τις πρόσοψης δυο κινούμενοι δακτύλιοι (και δύο αγαλματίδια) υποδείκνυαν τις ώρες που διανύονταν και τις ώρες που απόμεναν αντίστοιχα.

Κάθε ώρα οι κόρες των οφθαλμών ενός ανθρώπινου προσωπείου άλλαζαν χρώμα και ένα σφαιρίδιο έπεφτε με κρότο σε ένα δοχείο από το (αυτόματα) ανοιγόμενο ράμφος ενός κόρακα.

Παράλληλα το νερό έπεφτε μέσα σε ογκομετρικό δοχείο και σε χρονικό διάστημα μιας ώρας ανατρεπόταν αυτόματα οπότε δύο φίδια κινούνταν συρίζοντας προς τα πουλιά των δένδρων που σφύριζαν τρομαγμένα.

06 roloi ktibisiou«Ρολόι του Κτησιβίου», Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Το υδραυλικό ωρολόγιο του Κτησιβίου (3ος αι. π.Χ.).

Πρόκειται για ένα θαύμα του αυτοματισμού, αφού το ρολόι αυτό μπορούσε να λειτουργεί αδιάκοπα, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, υποδεικνύοντας τα 365 διαφορετικά ωράρια του έτους.

Σύμφωνα με το Βιτρούβιο (Περί Αρχιτεκτονικής) το νερό μιας πηγής τροφοδοτούσε μέσω ενός υπερχειλιστή το ανώτερο δοχείο.

Αυτό με τη σειρά του τροφοδοτούσε το μικρότερο ενδιάμεσο δοχείο που αποτελούσε έναν ελεγκτή σταθερής στάθμης με ένα σύστημα κωνικής βαλβίδας διακοπής της ροής πάνω σε πλωτήρα που περιείχε.Τότε ένας σταλάκτης τροφοδοτούσε σταγόνα σταγόνα το υψίκορμο δοχείο με σταθερή παροχή νερού.

Με την άνοδο της στάθμης του νερού σε αυτό, ένας πλωτήρας ανασηκωνόταν και μέσω μιας ράβδου ανυψωνόταν ισόχρονα ένα αγαλματίδιο με δείκτη. Ο δείκτης υποδείκνυε την ώρα του 24ώρου σε ένα περιστρεφόμενο τύμπανο που περιείχε το διάγραμμα των ωρών της ημέρας και της νύκτας ανάλογα με την ημερομηνία. Στο τέλος του 24ώρου το νερό ξεπερνούσε το ενσωματωμένο παράπλευρο σιφόνι και άδειαζε ταχύτατα.

Με την κάθοδο του πλωτήρα ενεργοποιούνταν ένα ευφυές σύστημα μετάδοσης κίνησης με σχέση 1 προς 365 (που αποτελούνταν από έναν οδοντωτό κανόνα, ένα επίσχεστρο, δύο οδοντωτούς τροχούς και έναν ατέρμονα κοχλία) το οποίο εξασφάλιζε την περιστροφή του βαθμονομημένου τυμπάνου κατά το ένα τριακοσιοστό εξηκοστό πέμπτο της περιφέρειάς του ώστε ο δείκτης του αγαλματιδίου να υποδεικνύει πλέον με ακρίβεια το ωράριο της επόμενης ημέρας.

07 pirisvestiki antlia«Πυροσβεστική αντλία», Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Πυροσβεστική αντλία Κτησιβίου (3ος αι. π.Χ.) και Ήρωνος, η πρώτη εμβολοφόρα καταθλιπτική πυροσβεστική αντλία παγκοσμίως.

Πρόκειται για την πρώτη δίδυμη καταθλιπτική εμβολοφόρα αντλία συνεχούς ροής ύδατος που επινόησε ο Κτησίβιος (3ος αι. π.Χ.) σύμφωνα με λεπτομερή περιγραφή του Βιτρούβιου (Περί Αρχιτεκτονικής).

Εφαρμόστηκε και βελτιώθηκε σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Πνευματικά) και για πυρόσβεση και εξακολουθούσε απαράλλακτη να έχει την ίδια χρήση μέχρι πρόσφατα.

Αποτελούνταν από δύο έμβολα που παλινδρομούσαν αντίθετα με τη βοήθεια ενός αρθρωτού κοινού χειρομοχλού εντός δύο κατακόρυφων κυλινδρικών δοχείων βυθισμένων στην (πιθανότατα τροχοφόρα) υδατοδεξαμενή.

Οι ανεπίστροφες βαλβίδες εισαγωγής ύδατος βρίσκονταν στον υπερυψωμένο πυθμένα των δοχείων και ανεπίστροφες βαλβίδες εξαγωγής ύδατος βρίσκονταν στη βάση των σωλήνων εξαγωγής ύδατος. Οι σωλήνες συνέκλιναν σε έναν κοινό κατακόρυφο αγωγό.

Ο αγωγός στο άκρο του έφερε μια ευφυή (οριζόντια και κατακόρυφα) περιστρεφόμενη διάταξη σωληνίσκου με ακροφύσιο που επέτρεπε την ακριβή προσβολή του στόχου.

 08 aiolosfaira«Αιολόσφαιρα», Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

 Η αιολόσφαιρα του Ήρωνος (1ος αι. μ.Χ.), είναι η πρώτη «ατμομηχανή» της ιστορίας.

Πρόκειται για τον πρόδρομο του ατμοστροβίλου, που με την προσθήκη μιας τροχαλίας για τη μετάδοση της κίνησης, θα μπορούσε να έχει οδηγήσει την ελληνιστική εποχή (αν δεν ανακοπτόταν από τις οικονομικοκοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής) στη Βιομηχανική επανάσταση, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ανθρωπότητα.

Σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Πνευματικά) που θεωρούμε ότι μνημονεύει τη χρυσή ελληνιστική εποχή του 2ου και 3ου αι. π.Χ. αποτελούνταν από μία σφαίρα (με δύο καμπύλα ακροφύσια) που εδραζόταν στα καμπυλωμένα άκρα δύο σωληνίσκων που βρίσκονταν στην οροφή ενός στεγανού λέβητα.

Το νερό ατμοποιούνταν με τη θέρμανση του λέβητα, εισερχόταν στη σφαίρα και εξερχόταν με ταχύτητα από τα δύο ακροφύσια εξαναγκάζοντας τη σφαίρα σε αντίθετη συνεχή περιστροφή.

09 theatro ironos«Θέατρο του Ήρωνος», Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Το κινητό αυτόματο θέατρο του Ήρωνος του Αλεξανδρέως.

Το «προγραμματιζόμενο αυτοκινούμενο κουκλοθέατρο» των αρχαίων Ελλήνων, είναι ακριβής ανακατασκευή του «υπάγοντος» αυτόματου θεάτρου του Ήρωνος του Αλεξανδρέως (Αυτοματοποιητική) στο οποίο παρουσιάζεται αυτόματα ο μύθος του Διονύσου.

Σκηνή 1η: Το κινητό θέατρο μεταβαίνει αυτόματα σε άλλη προγραμματισμένη θέση (εκτελώντας συνδυασμούς ευθύγραμμων και κυκλικών κινήσεων).

Σκηνή 2η : Φωτιά ανάβει στο βωμό μπροστά από το Διόνυσο. Από το θύρσο του Διονύσου αναβλύζει νερό και από το κύπελλό του χύνεται κρασί πάνω στο μικρό πάνθηρα.

Σκηνή 3η: Ο χώρος γύρω από τους τέσσερεις κίονες της βάσης στεφανώνεται με λουλούδια. Ακούγεται ήχος τυμπάνων και κυμβάλων ενώ οι έξι Βάκχες κινούνται χορεύοντας γύρω από τον περίπτερο ναό.

Σκηνή 4η: Τα μουσικά όργανα παύουν και ο Διόνυσος στρέφεται προς την άλλη πλευρά του ναού. Μαζί του στρέφεται και η φτερωτή Νίκη της στέγης.

Σκηνή 5η : Φωτιά ανάβει στον έτερο βωμό του ναού. Και από το θύρσο του Διονύσου πάλι αναβλύζει νερό και από το κύπελλό του χύνεται κρασί πάνω στο μικρό πάνθηρα.

Σκηνή 6η: Ακούγεται πάλι ήχος τυμπάνων και κυμβάλων ενώ οι έξι Βάκχες κινούνται αντίθετα χορεύοντας γύρω από το ναό.

Σκηνή 7η: Τα μουσικά όργανα παύουν και το κινητό θέατρο μεταβαίνει αυτόματα στην αρχική του θέση (με οπισθοπορεία εκτελώντας συνδυασμούς ευθύγραμμων και κυκλικών κινήσεων).

Όλα αυτά γίνονται μόνα τους με την κίνηση δεκάδων μέτρων σοφά χρονισμένων νημάτων που έλκονται από τη δύναμη ενός μολύβδινου βάρους που πέφτει ισοταχώς σε μια κλεψύδρα με κεχρί. Με τη δεξιόστροφη, την ελεύθερη και αριστερόστροφη περιέλιξη των νημάτων σε άξονες και τύμπανα επιτυγχάνονται αντίστοιχα:

α) η εμπροσθοπορεία (ευθύγραμμη ή καμπύλη) του αυτομάτου και οι δεξιόστροφες περιστροφές των μηχανισμών,

β) η ηρεμία

γ) η οπισθοπορεία (ευθύγραμμη ή καμπύλη) και οι αριστερόστροφες περιστροφές των μηχανισμών.

Για την έναρξη της παράστασης, αρκεί να τραβηχτεί το σκοινί στο εμπρόσθιο πλαϊνό της βάσης.

10 automato spondeioΑυτόματο σπονδείο, Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Το αυτόματο σπονδείο με κερματοδέκτη (1ος αι. μ.Χ.), είναι ο πρώτος αυτόματος πωλητής της ιστορίας.

Σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Πνευματικά) τοποθετούνταν έξω από ναούς και επέτρεπε τη λήψη αγιασμού από τους πιστούς με τη ρίψη ενός πεντάδραχμου νομίσματος σε αγγείο.

Το νόμισμα έπεφτε πάνω στο δίσκο ενός ζυγού, με την εκτροπή του οποίου άνοιγε μια κωνική βαλβίδα και έρρεε ορισμένη ποσότητα νερού.

11 orneon"Φθεγγομένων ορνέων",
Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Το υδραυλικό αυτόματο των «φθεγγομένων ορνέων» και της «επιστραφείσης γλαυκός» (3ος αι. π.Χ.), είναι ένας εξαιρετικός αυτοματισμός επαναλαμβανόμενου θεάματος με παραγωγή κίνησης και ήχου.

Πρόκειται για μια επινόηση του Φίλωνος του Βυζαντίου (βελτιωμένη από τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα) που αναπαριστούσε πουλιά να κελαηδούν όταν μια κουκουβάγια τα αποστρεφόταν και να σιωπούν φοβισμένα όταν γυρνούσε προς το μέρος τους. Το θέμα αυτόματα επαναλαμβανόταν συνεχώς. Για την λειτουργία του αυτομάτου το νερό μιας πηγής οδηγούνταν στο εσωτερικό του στεγανού ανώτερου δοχείου εξαναγκάζοντας τον εμπεριεχόμενο αέρα να εξέλθει από έναν αυλό. Επειδή ο αυλός κατέληγε σε νερό, το παλλόμενο ηχητικό μήκος του δημιουργούσε ένα κελάηδισμα με φθόγγους διαφορετικής συχνότητας.

Στην συνέχεια, όταν η στάθμη του νερού ξεπερνούσε το γωνιακό σιφώνιο του δοχείου, άδειαζε μέσα από αυτό προς το ενδιάμεσο δοχείο εκτρέποντας ένα ζυγό προς το μέρος του. Έτσι εξαναγκαζόταν σε περιστροφή ο ενσωματωμένος άξονας στήριξης της κουκουβάγιας ώστε αυτή να στραφεί προς τα πουλιά που πλέον δεν φθέγγονταν.

Όταν η στάθμη του νερού ξεπερνούσε το αξονικό σιφώνιο του ενδιάμεσου δοχείου άδειαζε όλο το νερό μέσα από αυτό προς το κατώτερο δοχείο. Τότε ο ζυγός εκτρεπόταν προς το μέρος του αντιβάρου και η κουκουβάγια αποστρεφόταν τα πουλιά που πλέον άρχιζαν και πάλι να κελαηδούν.

12 pantografos«Παντογράφος», Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Ο παντογράφος του Ήρωνος (1ος αι. μ.Χ.), η πρώτη συσκευή αντιγραφής, μεγέθυνσης και σμίκρυνσης σχεδίωνο αραβικό χειρ παγκοσμίως.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή διάταξη αντιγραφής (με δυνατότητα σμίκρυνσης ή μεγέθυνσης) σχεδίων και φιγούρων.

Σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Μηχανικά) αποτελούνταν από μία επίπεδη βάση με δύο ενωμένους οδοντωτούς τροχούς (με δυνατότητα περιστροφής γύρω από έναν άξονα που περνούσε από το κοινό τους κέντρο) και δύο παράλληλους οδοντωτούς κανόνες (που ήταν πάντα σε επαφή με τους οδοντωτούς τροχούς ολισθαίνοντας εντός αυλακωτών ράβδων).

Οι τελευταίες ήταν εγκάρσια προσαρμοσμένες σε ένα βραχίονα περιστρεφόμενο γύρω από το κέντρο των οδοντωτών τροχών. Δύο ράβδοι ενωμένες κάθετα στο τέλος των οδοντωτών κανόνων έφεραν στο άκρο τους την ακίδα ανάγνωσης και τη γραφίδα αντιγραφής ευθυγραμμισμένες με το κέντρο των οδοντωτών τροχών.

Όταν ο χειριστής του οργάνου ακολουθούσε το περίγραμμα του σχεδίου με την ακίδα ανάγνωσης τότε η γραφίδα σχεδίαζε το αντίγραφο σε κλίμακα ανάλογη με το λόγο των γραναζιών.

13 polyvolos  katapelthsΠολυβόλος καταπέλτης, Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Ο πολυβόλος καταπέλτης του Διονυσίου του Αλεξανδρέως (3ος αι. π.Χ.), είναι η πρώτη εφαρμογή της επίπεδης αλυσοκίνησης παγκοσμίως.

Πρόκειται για έναν επαναληπτικό ευθύτονο καταπέλτη που είχε τη δυνατότητα της αυτοματοποιημένης συνεχούς ρίψης βελών και αποτελούσε το κορυφαίο επίτευγμα της αρχαιοελληνικής καταπελτικής μηχανικής.

Σύμφωνα με το Φίλωνα το Βυζάντιο (Βελοποιητικά) ο καταπέλτης που δημιουργήθηκε για λογαριασμό των Ροδίων ήταν εξοπλισμένος με έναν περιστρεφόμενο κύλινδρο που έφερε δυο εγκοπές (μια διαμήκη και μια ελικοειδή) και μια ξύλινη θήκη που έφερε τα προς εκτόξευση βέλη. Επίσης εκατέρωθεν της «σύριγγος» έφερε ζεύγος πεντάγωνων αλυσοτροχών που συνδέονταν με σιδηρόδετη ξύλινη επίπεδη αλυσίδα. Ένας πείρος από κάθε αλυσίδα συνδεόταν στο ίδιο σημείο με την ολισθαίνουσα «διώστρα» του καταπέλτη.

Η «διώστρα» έφερε ένα λυγισμένο αξονίσκο με την άκρη του να εισέρχεται στο ελικοειδές αυλάκι του υπερκείμενου κυλίνδρου. Με τη δεξιόστροφη περιστροφή των χειρομοχλών των οπίσθιων αλυσοτροχών (από το χειριστή του όπλου) η «διώστρα» κινούνταν αυτόματα μπροστά, ο κύλινδρος περιστρεφόταν αυτόματα αριστερόστροφα ώσπου η διαμήκης εγκοπή του ευθυγραμμιζόταν με το αντίστοιχο άνοιγμα της θήκης των βελών και τότε ένα βέλος έπεφτε στην εγκοπή του κυλίνδρου.

Παράλληλα η χορδή εισερχόταν αυτόματα στην αρπάγη της «διώστρας» και ένας σταθερός πείρος έσπρωχνε αυτόματα τη σκανδάλη και ασφάλιζε την αρπάγη. Με την αριστερόστροφη περιστροφή των αλυσοτροχών η «διώστρα» κινούνταν αυτόματα πίσω, ο κύλινδρος περιστρεφόταν αυτόματα δεξιόστροφα ώσπου η διαμήκης εγκοπή του ευθυγραμμιζόταν με το αυλάκι της «διώστρας» και το βέλος έπεφτε αυτόματα σε αυτό.

Παράλληλα ένας σταθερός πείρος πίεζε αυτόματα τη σκανδάλη και η αρπάγη ανασηκωνόταν. Τότε η χορδή ελευθερωνόταν αυτόματα και το βέλος εκτοξευόταν.

Με τη συνεχή κίνηση πίσω μπροστά των χειρομοχλών με αυτόν τον τρόπο και σε ελάχιστο χρόνο ο χειριστής εκτόξευε διαδοχικά όλα τα βέλη της φαρέτρας.

14 atmotilevoloΤο ατμοτηλεβόλο του Αρχιμήδη

(το πρώτο κανόνι της ιστορίας)

Πρόκειται για ένα κανόνι που λειτουργούσε με ατμό. Αποτελούνταν από ένα μεταλλικό κυλινδρικό λέβητα που πάνω του υπήρχε συνδεδεμένο με στρόφιγγα ένα κλειστό δοχείο με νερό. Ο λέβητας στο ανοικτό άκρο του είχε ενσωματωμένη μια ξύλινη κάννη στην οποία τοποθετούνταν η προς εκτόξευση λίθινη σφαίρα. Η κάννη έφρασσε με μια ξύλινη δοκό που ασφαλιζόταν με δύο αντηρίδες. Όταν ο λέβητας αποκτούσε με φωτιά την κατάλληλη θερμοκρασία, ανοιγόταν η στρόφιγγα, το νερό έπεφτε στο λέβητα, εξατμιζόταν ταχύτατα, η ξύλινη δοκός έσπαζε και η σφαίρα εκτοξευόταν. Το βεληνεκές της σφαίρας ρυθμιζόταν από την κλίση του όπλου και την επιλεγμένη αντοχή της ξύλινης δοκού. Πρώτη επανασχεδίαση του ατμοτηλεβόλου του Αρχιμήδη έγινε από τον Leonardo da Vinci που το ονόμασε "architronito" από τις λέξεις Αρχιμήδης και τιτρώσκω (=τραυματίζω).

15 oinoxoiΗ ευφυής οινοχόη του Φίλωνος.

Πρόκειται για μια οινοχόη (που επινόησε ο Φίλων ο Βυζάντιος) από την οποία έρρεε αυτόματα νερό, κρασί ή νερωμένο κρασί ανάλογα με τη βούληση του οινοχόου.

Αποτελούνταν από ένα κατακόρυφο διάφραγμα που χώριζε την οινοχόη στα διαμερίσματα του νερού και του κρασιού και τους σωληνίσκους εξαγωγής των υγρών που όμως βρίσκονταν ο ένας εντός του άλλου ώστε εξωτερικά της oinoxoi2οινοχόης να φαίνονται ως ένας. Η οινοχόη έφερε στεγανό πώμα και ήταν αδύνατη η εκροή των υγρών κατά την ανατροπή της λόγω υποπίεσης που προκαλούνταν από την αδυναμία αναπλήρωσης των υγρών από αέρα. Δύο αγωγοί ξεκινούσαν από το μέσον της οινοχόης και έφθαναν στο χείλος της ώστε να αποτελούν τη χειρολαβή της. Στο πλάι τους οι δύο αγωγοί έφεραν δύο οπές αερισμού τις οποίες ο οινοχόος κάλυπτε με τα δάκτυλά του. Με την συνδυαστική αποκάλυψη της οπής αερισμού του διαμερίσματος του νερού, του κρασιού ή και των δύο ταυτόχρονα ο οινοχόος επέτρεπε την εισαγωγή αέρα στα αντίστοιχα διαμερίσματα και την εκροή νερού, κρασιού ή νερωμένου κρασιού σύμφωνα με επιθυμία του επισκέπτη.

16 katapelthsΟ καταπέλτης του Φίλωνος, Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας

Ο λιθοβόλος καταπέλτης του Φίλωνος, είναι ο πρώτος μεγάλος λιθοβόλος καταπέλτης της ιστορίας.

Πρόκειται για έναν πανίσχυρο καταπέλτη που εκτόξευε λίθους σε μεγάλες αποστάσεις. Ήταν επινόηση του μηχανικού του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Διάδη του Πελλαίου.

Αποτελούνταν από μια στενόμακρη θήκη («σύριγξ») που στο πλάι της έφερε πριονωτές οδοντώσεις και στην κορυφή της πανίσχυρα πλαίσια. Τα πλαίσια συγκρατούσαν τα ειδικά σχεδιασμένα «περίτρητα» (=διάτρητα πλινθία) με τις ευφυείς «χοινικίδες» (=φλάντζες) που με τη σειρά τους στήριζαν μέσω ενός ζεύγους ελατηρίων (της «νευράς») τους δύο αγκώνες που έφεραν τη χορδή. Η «νευρά» αποτελούνταν από συνεστραμμένες δέσμες σχοινιών από νεύρα ζώων ή μαλλιά γυναικών αλειμμένα με λάδι.

Μέσα στη θήκη γλιστρούσε μια κεντρική ράβδος («διώστρα») που είχε τη διατομή της χελιδονοουράς και στο πάνω μέρος της μία αύλακα για την υποδοχή του λίθου. Η «διώστρα» όπλιζε με τη βοήθεια ενός ισχυρού χειροκίνητου βαρούλκου και ασφάλιζε στις εγκοπές των πριονωτών οδοντώσεων. Η ταχεία απελευθέρωσή της επιτυγχανόταν με τη βοήθεια μιας ειδικής αρπάγης.

17 katapltisΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΕΛΤΗ

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

Καταπέλτης
Κατά = εναντίον + Πέλτες = ασπίδες

Μηχάνημα που βάλλει κατά των πελτών, δηλαδή το μηχάνημα που ρίχνει εναντίον της άμυνας του εχθρού.

Ο Καταπέλτης, λεγόμενος και οξυβελής ήταν ένα βαρύ "εκηβόλο όπλο" που ανήκε στα χαρακτηριζόμενα κατά την αρχαιότητα "αφετήρια όργανα" ή "πολεμικές μηχανές" το οποίο εξακόντιζε βέλη και ακόντια. Εφευρέθηκε στη Σικελία από τους μηχανικούς που είχε προσκαλέσει ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος ο Πρεσβύτερος το 399 π.Χ. κατά τις προπαρασκευές που έκανε για την εκστρατεία του κατά της Καρχηδόνας.

Παρά ταύτα όταν ο στόλος των Καρχηδονίων, υπό τον Ιμίλκα εισέπλευσε αιφνιδιαστικά στον λιμένα της Μοτύης (στη Σικελία) οι Συρακόσιοι, όπως εξιστορεί ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (ΙΔ΄ 3):

«από της γης τοις οξυβελέσι καταπέλτες χρώμενοι, συχνούς των πολεμίων ανήρουν. και γαρ κατάπληξιν είχε μεγάλη τούτο το βέλος δια το πρώτον ευρεθήναι κατ΄ εκείνον τον καιρόν ώστε Ιμίλκας, ου δυνάμενος κρατήσαι της επιβολής, απέπλευσεν».

Ο δε Πλούταρχος αφηγείται πως όταν ο βασιλεύς της Σπάρτης Αρχίδαμος, ο γιος του Αγησιλάου, είδε το πρώτο «καταπελτικό βέλος», που του προσκόμισαν από τη Σικελία πιθανόν για αγορά ή κατασκευή αναφώνησε έκπληκτος: «Ηράκλεις! απώλωλεν ανδρός αρετά!».

Έτσι το υπερσύγχρονο της εποχής εκείνης όπλο διαδόθηκε ταχύτατα σε όλες τις αρχαίες πόλεις - κράτη που εφοδιάζονταν μ΄ αυτό και τα οποία επιμελώς διατηρούσαν σε ειδικές αποθήκες. Μάλιστα σε πολλές πόλεις που έδιναν ιδιαίτερη σημασία στη στρατιωτική εκπαίδευση των νέων δημιούργησαν ειδικό αγώνισμα (διαγωνισμό) τη λεγόμενη καταπελταφεσία όπου στους νικητές "καταπελταφέτες" δίνονταν μεγάλες αμοιβές.

18 tilegrafosΟ «υδραυλικός τηλέγραφος» του Αινεία.

O υδραυλικός τηλέγραφος είναι ένα σύστημα επικοινωνίας σε μεγάλες αποστάσεις που εφευρέθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. από τον Αρκάδα στρατηγό Αινεία τον Τακτικό. Βρισκόταν εγκατεστημένος σε ψηλούς λόφους, που βρίσκονταν σε απόσταση 20 – 30 χιλιομέτρων ο ένας από τον άλλο. Στην κορυφή κάθε λόφου υπήρχε ο «τηλεγραφητής», αρκετοί πυρσοί έτοιμοι να ανάψουν, και όμοια κυλινδρικά δοχεία γεμάτα με νερό. Στην επιφάνεια του νερού επέπλεε φελλός ενωμένος με ένα μικρότερο κυλινδρικό ραβδί . Στα τοιχώματα των μικρού κυλινδρικού ραβδιού υπήρχαν μηνύματα όπως «Δεχόμαστε επίθεση», «Στείλτε ενισχύσεις» κλπ.

Ο Αινείας ο Τακτικός συνδύασε τους πυρσούς και τη μηχανική έτσι ώστε η επικοινωνία μεταξύ του αποστολέα και του δέκτη να περιέχει σαφείς πληροφορίες, όπως,για παράδειγμα, «πεζικό με βαρύ οπλισμό» κ.α. Βασική προϋπόθεση για τη σωστή μετάδοση του μηνύματος ήταν οι υδραυλικοί τηλέγραφοι να είναι όμοιοι. Θα έπρεπε επίσης τα κεραμικά αγγεία να έχουν το ίδιο μέγεθος σε πλάτος και βάθος. Τις ίδιες διαστάσεις είχαν και οι φελλοί, στους οποίους στηρίζονταν μεταλλικές ράβδοι, οι οποίοι ήταν χωρισμένοι σε ίσα μέρη, τριών δαχτύλων το καθένα.

Εκεί υπήρχε ευκρινής διαχωρισμός και σε κάθε ράβδο αναγράφονταν τα κυριότερα και τα γενικότερα που συνέβαιναν στους πολέμους. Επίσης μια ακόμα βασική προϋπόθεση για να διαβαστεί σωστά το μήνυμα ήταν οι τρύπες των αγγείων να έχουν την ίδια διάμετρο έτσι ώστε να φεύγει η ίδια ποσότητα νερού. Οι υδραυλικοί τηλέγραφοι βρίσκονταν πάντα σε υψόμετρα, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η καλύτερη οπτική επαφή. Η απόσταση που είχαν μεταξύ τους δύο ή περισσότεροι τηλέγραφοι δεν ήταν σταθερή, παρ' όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι συνήθως ξεπερνούσε τα δεκάδες χιλιόμετρα.

Κάθε μήνυμα είχε ύψος 6 εκατοστά. Στην βάση κάθε δοχείου υπήρχε βρύση την οποία ο τηλεγραφητής μπορούσε να ανοιγοκλείνει. Ο χρόνος που χρειαζόταν για να κατεβεί το ύψος του νερού σε ένα μήνυμα ήταν μετρημένος και ίδιος σε όλα τα δοχεία. Όταν ο τηλεγραφητής ήθελε να στείλει μήνυμα, άναβε τον πρώτο πυρσό. Αμέσως ο τηλεγραφητής στο απέναντι βουνό καταλάβαινε ότι επρόκειτο να λάβει μήνυμα και άναβε τον πυρσό του για να δείξει την ετοιμότητα του να δεχτεί το μήνυμα. Όταν ο αποστολέας του μηνύματος άναβε δεύτερο πυρσό, άνοιγαν ταυτόχρονα τις βρύσες των κυλινδρικών δοχείων και στα 2 βουνά.

19 friktoriesΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ: Οι φρυκτωρίες ήταν ένα σύστημα συνεννόησης στην αρχαία Ελλάδα με σημάδια που μεταβιβάζονταν από περιοχή σε περιοχή με τη χρήση πυρσών στη διάρκεια της νύκτας (φρυκτός = πυρσός και ώρα = φροντίδα). Ο Αισχύλος στο έργο του Αγαμέμνων περιγράφει την είδηση της πτώσης της Τροίας, η οποία μεταδόθηκε ως τις Μυκήνες με τις φρυκτωρίες. Ενδιάμεσοι σταθμοί μεταδόσεως υπήρχαν στην Ίδη της Μυσίας, στο Ακρωτήρι της Λήμνου (σημερινή Πλάκα), στον Άθω, στο βουνό Μάκιστο και στις πλαγιές του Αραχναίου. Το σύστημα χρησιμοποιήθηκε για πολλούς αιώνες μέχρι το 1850 αλλά μπορούσε να μεταφέρει μηνύματα μόνο με ένα κοινό κώδικα.

Το γεωγραφικό στήσιμο, η κατοχή, η διαχείριση και συντήρηση αυτών των επικοινωνιακών δικτύων από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ήταν πρωταρχικής σημασίας για την επικράτηση και την επέκτασή του. Το δίκτυο αυτό χρησιμοποιείτο τόσο κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, όσο και κατά την διάρκεια της ειρήνης, όταν τα νέα και οι διαταγές των αρχόντων έπρεπε να φτάσουν το συντομότερο δυνατό στον προορισμό τους. Κάτι τέτοιο αφορούσε κυρίως τις αυτοκρατορίες, των οποίων οι αχανείς εκτάσεις έκαναν πολύ δύσκολη τη σχετικά γρήγορη ενημέρωση.

Η φωτιά και κατ' επέκταση το φως ήταν βασική προϋπόθεση για να μεταφερθεί το μήνυμα σύντομα και σε μεγάλη απόσταση. Η χρήση φωτεινών σημάτων κυρίως χρησιμοποιήθηκε στο πόλεμο για να μεταφέρουν τις διαταγές των ανωτέρων. Τα οπτικά σήματα μπορούσαν να αναπαράγουν πληροφορίες μεγάλης ποικιλίας. Για παράδειγμα η Μήδεια, υψώνοντας ένα αναμμένο πυρσό ειδοποίησε τους Αργοναύτες να σπεύσουν στη Κολχίδα. Για τη μετάδοση των οπτικών σημάτων με έντονους καπνούς ή στήλες καπνού ήταν απαραίτητη η κατασκευή ειδικών κτισμάτων σε υπερηψωμένα σημεία, τα οποία ονομάζονταν φρυκτωρίες.

Για τα φωτεινά σήματα που ανταλλάσσονταν μέσω των φρυκτών (πυρσών) είχαν συμφωνήσει εκ των προτέρων και οι δύο πλευρές για τη μετάφραση των μηνυμάτων. Όπως εκτιμούν οι μελετητές ο πρώτος που χρησιμοποίησε τηλεπικοινωνιακούς πύργους για τη μετάδοση μηνυμάτων ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος σε δύο κωμοπόλεις της Δυτικής Μεσογείου, την Αβύλη και την Κάπλη, έστησε τις γνωστές Ηράκλειες Στήλες, που έπαιζαν το ρόλο φάρου στα διερχόμενα πλοία. Από τα γνωστότερα παραδείγματα μετάδοσης μηνυμάτων με σήματα φωτιάς ήταν η είδηση της πτώσης της Τροίας στον εκπληκτικό χρόνο ρεκόρ για την εποχή της μιας ημέρας.

Πολλά από τα φωτεινά σήματα ανταλλάσσονταν τη νύχτα στη θάλασσα μεταξύ πλοίων, μεταξύ πλοίων και ξηράς και γενικά τα περισσότερα από αυτά αντιστοιχούσαν σε προσυμφωνημένα μηνύματα. Τα φωτεινά αυτά σήματα οι Έλληνες τα ονόμαζαν «πυρσούς» ή «φρύκτους» και από εδώ γνωρίζουμε και τους «φίλιους φρύκτους» ή τους «πολέμιους φρύκτους». Συγκεκριμένα όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης, όταν στο στρατόπεδο έρχονταν φίλοι, οι στρατιώτες ύψωναν απλώς τους αναμμένους πυρσούς (φίλιοι φρύκτοι), ενώ όταν πλησίαζαν εχθροί, οι πυρσοί ανέμιζαν δεξιά - αριστερά (πολέμιοι φρύκτοι).

Οι πυρσοί αυτοί στη διάρκεια της ημέρας απλώς έβγαζαν πολύ καπνό, που σήμαινε ότι χρησιμοποιούσαν εύφλεκτα υλικά, στα οποία πολλοί ιστορικοί αποδίδουν τις λέξεις / φράσεις φρύκτους ανίσχειν, πυρσεύειν, φρυκτωρεύω (γνωστοποιώ είδηση από μεγάλη απόσταση) και φρυκτωρίες. Οι φρυκτωρίες εκμεταλλευόμενες τα νησιά του Αιγαίου και την ορεινή μορφολογία του Ελλαδικού χώρου, χρησιμοποιούν την φωτιά και έναν κώδικα αναπαράστασης γραμμάτων για την μετάδοση αξιόπιστων μηνυμάτων σε πολλά χιλιόμετρα (έως και 130). Στην ουσία μιλάμε για την προϊστορία του τηλέγραφου.

Αν ήταν νύχτα, οι υπεύθυνοι στρατιώτες στην φρυκτωρία (φρυκτωροί) άναβαν λαμπρές φωτιές για την μετάδοση σημάτων, ενώ κατά την διάρκεια της ημέρας χρησιμοποιούσαν πυκνό καπνό. Κατά την πτώση της Τροίας το μήνυμα ταξίδεψε από την Τροία στο Ερμαίο της Λήμνου, από εκεί στον Άθω, στις κορυφές του Μακίστου στην Εύβοια και στη κορυφή του Κιθαιρώνα. Από εκεί το μήνυμα μεταφέρθηκε στη λίμνη Γοργώτη, στο Αγίπλαγκτο (Μέγαρα) και στη συνέχεια η φωτεινή λωρίδα υπερπήδησε το Σαρωνικό κόλπο κι έφτασε στο Αραχναίον κοντά στις Μυκήνες κι από εκεί ημεροδρόμοι το μετέφεραν στο ανάκτορο των Ατρειδών.

20 kathreftesΟι «Φλεγόμενοι Καθρέφτες»
του Αρχιμήδη.

Τον 2ο αιώνα μ.Χ ο αρχαίος Λουκιανός γράφει ότι κατά την διάρκεια της πολιορκίας των Συρακουσών, ο Αρχιμήδης κατέστρεψε τα εχθρικά πλοία με την φωτιά. Αιώνες αργότερα ο Ανθέμιος ο Τραλλιανός αναφέρει το φλεγόμενο γυαλί ως όπλο του Αρχιμήδη. Η συσκευή, που είναι γνωστή και ως οι «Ακτίνες Φωτός» του Αρχιμήδη χρησιμοποιήθηκε για να συγκεντρώσει το ηλιακό φως στα επερχόμενα πλοία, με αποτέλεσμα αυτά να παίρνουν φωτιά. Ύστερα από μεγάλη αμφισβήτηση έχει καταγραφεί πως η συγκεκριμένη εφεύρεση έχει κατασκευαστεί από γυαλισμένες μπρούντζινες ή χάλκινες ασπίδες, οι οποίες λειτουργούσαν ως καθρέφτες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ώστε να συγκεντρώσουν το ηλιακό φως στα πλοία. Ένα τεστ της ακτίνας φωτός του Αρχιμήδη έγινε το 1973 από τον Έλληνα επιστήμονα Ιωάννη Σακκά. Το πείραμα έλαβε χώρα στη ναυτική βάση του Σκαραμαγκά έξω από την Αθήνα. Για αυτή τη περίπτωση χρησιμοποιήθηκαν 70 καθρέπτες, ο καθένας με χάλκινη επίστρωση και μέγεθος περίπου στα 1,5 επί 1m. Οι καθρέπτες στράφηκαν σε ένα ομοίωμα από κόντρα πλακέ ενός Ρωμαϊκού πολεμικού πλοίου, το οποίο βρισκόταν σε απόσταση κοντά στα 50m. Όταν οι καθρέπτες σημάδεψαν με ακρίβεια το πλοίο, αυτό έπιασε φωτιά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το πλοίο από κόντρα πλακέ ήταν επιστρωμένο με βαφή πίσσας, η οποία μπορεί να βοήθησε στην ανάφλεξη. Η επίστρωση με βαφή πίσσας ήταν κοινότοπη στα πλοία την κλασσική εποχή.

21 atermon koxliasΟ ΑΤΕΡΜΩΝ ΚΟΧΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΗΔΗ.

Είναι δεκάδες τα εφευρήµατα αυτής της διάνοιας που λεγόταν Αρχιµήδης και που το όνοµά του προκαλεί δέος ακόµη και στις µέρες µας. Τροµερό µαθηµατικό και φυσικό µυαλό µε πλήθος επινοήσεων εξαιρετικής χρησιµότητας στη γεωµετρία, την υδραυλική, την οπτική, την αρχιτεκτονική, κ.λπ.

Από τα πιο ξακουστά είναι φυσικά τα κάτοπτρα µε τα οποία κατέκαυσε τα Ρωµαϊκά πλοία που πολιορκούσαν τις Συρακούσες, καθώς και οι τεράστιοι ανυψωτικοί µηχανισµοί - δαγκάνες που «συλλάµβαναν» τις Ρωµαϊκές γαλέρες και τις κατέστρεφαν αφήνοντάς τες να πέσουν από ψηλά στη θάλασσα. Ιδιαίτερα η καύση των πλοίων µε κάτοπτρα µελετήθηκε το 1973 σε πείραµα του Ιωάννη Σακκά στο Κέντρο Εκπαίδευσης Παλάσκα στη Σαλαµίνα, αλλά και πρόσφατα (2006) από το Μ.Ι.Τ. (Ινστιτούτο Τεχνολογίας Μασαχουσέτης).

Ο Ατέρµων Κοχλίας επινοήθηκε από τον µεγάλο Συρακούσιο µαθηµατικό και µηχανικό κατά τη διάρκεια µιας επίσκεψής του στην Αίγυπτο το 250 π.Χ. µετά από πρόσκληση του Πτολεµαίου του Β΄ του Φιλάδελφου. Εκεί ο Αρχιµήδης είδε τους χωρικούς να ταλαι̟ωρούνται στην άρδευση των χωραφιών τους µε µια άλλη Ελληνική εφεύρεση της εποχής του Χαλκού, το Κηλώνιον (στα Αραβικά shaduf, χρησιµοποιείται ακόµα σε ορισµένες ̟εριοχές). Ο Αρχιµήδης θέλησε να εκσυγχρονίσει τη διαδικασία άντλησης ύδατος. Έτσι επινόησε τον ατέρµων κοχλία. Όπως µας παραδίδουν ο Αγαθαρχίδης, ο ∆ιόδωρος Σικελιώτης, ο Ποσειδώνιος, αλλά και ο Στράβων, το πρωτότυπο αποτελείτο από έναν κυλινδρικό σωλήνα περίπου 5 µέτρων και διαµέτρου περίπου 30 ως 35 εκατοστών. Ήταν χωρισµένος σε ζυγό αριθµό (4 ή 8) τµηµάτων µε έλικες (γι’ αυτό και ο µηχανισµός ήταν γνωστός και µε το όνοµα έλιξ) που ανύψωναν το νερό, και ήταν αρχικά χειροκίνητος (αργότερες βελτιώσεις περιέλαβαν κίνηση από ζώα αλλά και από τον άνεµο).

Η ονομασία «κοχλίας» οφείλεται στο σχέδιο, τη μορφή του οργάνου, που μοιάζει με κέλυφος σαλιγκαριού (κοχλίας). Με την ονομασία κοχλίας μεταφέρθηκε και στη Λατινική γλώσσα ως coclea-cochlia, ενώ συχνά πυκνά ονομαζόταν και «έλιξ» (σπείρα). Το όργανο αυτό το συναντάμε στους Ελληνικούς παπύρους που έχουν διασωθεί, με διαφορετικές ονομασίες, όπως π.χ όργανον, ξυλικόν όργανον, κυκλευτήριον, πήγματα, βάλανοι, κυκλευτής, ενώ οι χειριστές του αποκαλούνται οργανισταί κυκλευταί, κυκλεύοντες το όργανον.

Η φθαρτότητα του υλικού κατασκευής έχει περιορίσει στο ελάχιστο τα αρχαιολογικά ευρήματα του κοχλία. Παρόλα αυτά υπάρχουν στοιχεία τόσο από αναπαραστάσεις όσο και από σύγχρονες χρήσεις του ο οποίος παρέμεινε αμετάβλητος κατά το πέρασμα των αιώνων. Σε μια νωπογραφία της Πομπηίας βλέπουμε την αναπαράσταση ενός Αιγυπτιακού κοχλία που μπορεί να χρονολογείται γύρω στο 80 π.Χ. Αυτή η αναπαράσταση και οι δυο τερακότες της Ελληνιστικής περιόδου (που βρίσκονται η μια στο Βρετανικό Μουσείο και η άλλη στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Καΐρου) μας δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούταν ο κοχλίας:

Ένας άνθρωπος στηριζόμενος σ’ ένα οριζόντιο δοκάρι που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο κάθετα υποστυλώματα κινούσε με τα πόδια του τον κοχλία, που βρισκόταν σε οριζόντια θέση. Αυτός ο τρόπος χρήσης γινόταν για την μεταφορά νερού από ένα οριζόντιο σημείο σε άλλο, διαφορετικά οποιαδήποτε κλίση του κοχλία δεν επιτρέπει την ποδοκίνητη περιστροφή του οργάνου. Η εκτεταμένη χρήση και εξάπλωση του κοχλία, που χρονολογείται από το 220 π.Χ, οφείλεται κυρίως (όπως προαναφέρθηκε) στο γεγονός ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε στης κτήσεις της σχεδόν όλη τη Μεσόγειο διευκολύνοντας έτσι την ανταλλαγή πληροφοριών και γνώσεων.

Η ανακάλυψη του ατέρμονος κοχλία, κοινώς υδρόβιδας ή «κοχλίας του Αρχιμήδη», υπήρξε μια απλή αλλά και πολύ σημαντική εφεύρεση που συνέβαλε στην επίλυση πολλών καθημερινών πρακτικών προβλημάτων. Ο ατέρµων κοχλίας χρησιµοποιείται αυτούσιος ακόµη και σήµερα σε πολλές υπανάπτυκτες ή αναπτυσσόµενες χώρες (κυρίως της βόρειας Αφρικής), ενώ η αρχή λειτουργίας του εφαρµόζεται και σε σύγχρονες εγκαταστάσεις διαχείρισης υδάτινων πόρων ή υγρών λυµάτων.

22 to nixiΤο «Νύχι» του Αρχιμήδη.

Eίναι ένα όπλο που λέγεται ότι είχε σχεδιαστεί για να υπερασπιστεί την πόλη των Συρακουσών. Επίσης γνωστό ως «Σιδερένιο Χέρι» αποτελούνταν από τον βραχίονα ενός γερανού που κατέληγε σε έναν μεταλλικό γάντζο. Σε κάθε επίθεση γινόταν ταλάντευση του βραχίονα προς τα επάνω με αποτέλεσμα την εκτόπιση του πλοίου έξω από το νερό. Υπήρξαν σύγχρονα πειράματα για τον χρηστικό σκοπό της συσκευής μέχρι το 2005 που η το τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ «Superweapons of the Ancient World» κατασκεύασε μια εκδοχή της και κατέληξε ότι επρόκειτο για μια λειτουργική συσκευή.

23 optikos tilegrafosΟπτικός Τηλέγραφος του Πολύβιου.

Ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Πολύβιος γεννήθηκε το 202 π.Χ. στη Μεγαλόπολη της Πελοποννήσου. Σπούδασε στρατηγική και πολιτική, επιστήμες που τον βοήθησαν να γράψει πολλά ιστορικά βιβλία. Εκτός από ιστορικός είχε και το στρατιωτικό αξίωμα του Ίππαρχου. Όταν οι Ρωμαίοι κατάκτησαν την Ελλάδα, ο Πολύβιος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στην Ρώμη. Οι Ρωμαίοι εκτίμησαν την μόρφωση του και έγινε δάσκαλος παιδιών πλουσίων Ρωμαίων. Δέκα χρόνια αργότερα απελευθερώθηκε, επέστρεψε στην Ελλάδα και ταξίδεψε σε διάφορες χώρες του κόσμου. Από τα ιστορικά του έργα, που υπολογίζονται σε 40, σώθηκαν ολόκληρα μόνο 5.

Από τα υπόλοιπα σώθηκαν μόνο μικρά μέρη τους. Ο αρχαίος αυτός επιστήμονας δεν έγραψε μόνο Ιστορία, αλλά κατέγραψε και τελειοποίησε μια σπουδαία εφευρέση της εποχής του. Στα βιβλία του περιγράφει μια συσκευή, με την οποία οι αρχαίοι Έλληνες μετέδιδαν γραπτά μηνύματα σε μεγάλες αποστάσεις με τη βοήθεια του φωτός. Δύο χιλιάδες χρόνια πριν τα σήματα Μορς, στην αρχαία Ελλάδα μετέδιδαν μηνύματα με τον οπτικό τηλέγραφο. Ο Πολύβιος διαιρεί τα 24 γράμματα του αλφαβήτου σε 5 ομάδες. Στις 4 πρώτες έμπαιναν 5 γράμματα και στην τελευταία 4 γράμματα. Έγραψε την κάθε ομάδα σε ξεχωριστή πινακίδα.

Για την αποστολή των μηνυμάτων, χρησιμοποιούσαν εκτός από τις πινακίδες και 10 πυρσούς. Ο τηλέγραφος ήταν εγκατεστημένος πάνω σε λόφο, που είχε οπτική επαφή με άλλο λόφο σε απόσταση μέχρι 30 χιλιόμετρα. Όταν ο πρώτος τηλεγραφητής ήθελε να μεταδώσει ένα μήνυμα, άναβε 2 πυρσούς και τους κρατούσε αναμμένους μέχρι ο απέναντι τηλεγραφητής να ανάψει και αυτός 2 πυρσούς. Όταν έβλεπε τους αναμμένους πυρσούς από το απέναντι φυλάκιο, αυτό εσήμαινε ότι ο απέναντι τηλεγραφητής ήταν έτοιμος να παραλάβει το μήνυμα.

Η μετάδοση του μηνύματος γινόταν ως εξής: Στο τηλεγραφείο υπήρχαν 2 τοίχοι, σε απόσταση μερικών μέτρων μεταξύ τους. Σε κάθε τοίχο υπήρχαν 5 θέσεις στις οποίες μπορούσαν να στερεωθούν οι αναμμένοι πυρσοί. Αν το πρώτο γράμμα που ήθελε να μεταδώσει ο τηλεγραφητής μας ήταν στην δεύτερη πινακίδα, τότε στον αριστερό τοίχο τοποθετούνταν 2 αναμμένοι πυρσοί. Αυτό έστελνε στον παραλήπτη το μήνυμα, ότι το γράμμα που θα έπαιρνε βρισκόταν στη δεύτερη σειρά. Αν το μεταδιδόμενο γράμμα ήταν το τρίτο στη σειρά, στην περίπτωση μας το θ , στο δεξιό τοίχο θα ετοποθετούνταν 3 αναμμένοι πυρσοί.

24 kolsiaioi kionesΚΟΛΟΣΣΙΑΙΟΙ ΚΙΟΝΕΣ ΣΤΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ.

Η παρουσία κιόνων τόσο μεγάλου μεγέθους στα λατομεία της Εύβοιας προκαλεί πολλά ερωτήματα. Οι συμπαγείς (και όχι σπονδυλωτοί όπως συνηθίζεται) κίονες σε πολλές περιπτώσεις είχαν βάρος 100 τόνων. Το μήκος του κίονα, σπασμένου σήμερα, είναι 4,5 μ. και η διάμετρός του είναι 2,2 μ. ο όγκος του συγκεκριμένου τμήματος υπολογίζεται στα 17 κυβικά μέτρα και το βάρος του στους 46 τόνους. Ο κίονας έπρεπε χωρίς το κιονόκρανο να έφτανε σε μήκος τα 11 μέτρα και το βάρος του πάνω από 100 τόνους.

Τι μέσα υπήρχαν για την μεταφορά αυτών των κιόνων από τα δύσβατα λατομεία στα λιμάνια; Με τι είδους πλοία μεταφέροντο; Είναι ελάχιστα από τα ερωτήματα που προκύπτουν. Η χρονολόγηση (περίπου 4ος π.Χ. αιώνας) προκύπτει όχι από μελέτες και ανασκαφές, αλλά συγκριτικά με το γεγονός ότι από τους Κλασσικούς μέχρι τους Ελληνιστικούς χρόνους, διεξάγετε ένα ευρύτατο εμπόριο μαρμάρου από την Εύβοια και γι αυτό δεν είναι ασφαλής αυτή η χρονολόγηση.

   25 drakospitoΤΟ ΚΥΚΛΩΠΕΙΟ ''ΔΡΑΚΟΣΠΙΤΟ'' ΤΗΣ ΟΧΗΣ (1000 π.Χ.)

Η ύπαρξη του μυστηριώδους Δρακόσπιτου, το ''Σπίτι του Δράκου'' όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, αποτελεί ένα απόλυτο αίνιγμα. Βρίσκεται σε μία δυσπρόσιτη περιοχή στο βουνό Όχη, πάνω από την Κάρυστο της Εύβοιας, σε υψόμετρο 1450 μ. Τοποθετημένο σε ένα σημείο της κορυφής, αυτό το κτίσμα προκαλεί με το μέγεθος και τις διαστάσεις του. Είναι κτισμένο με την ντόπια πέτρα που υπάρχει σε αφθονία στην γύρω περιοχή.

Το περίεργο της κατασκευής του, είναι η πολύ προσεγμένη δόμηση των λίθων, η μεγάλη εκφορτική στέγασή του και κυρίως οι όγκοι των βράχων που χρησιμοποιήθηκαν. Η είσοδός του είναι χαρακτηριστική τρίλιθη είσοδος σχήματος Π, από μεγάλες κολώνες. Το υπέρθυρο έχει διαστάσεις 4,2 μ. μήκος 2,3 μ. πλάτος και 0,2 ~ 0,5 μ. πάχος, και ζυγίζει περίπου 10 τόνους. Πώς σηκώθηκε στο ύψος των 2 μέτρων που είναι τοποθετημένος; Τι εξυπηρετούσε ένα τέτοιο ιδιαίτερα προσεγμένο κατασκευαστικά κτίσμα στο υψόμετρο των 1450 μέτρων σε μία ιδιαίτερα δύσβατη περιοχή;

Το ''Δρακόσπιτο της Όχης'' έχει ενταχθεί από τους λιγοστούς μελετητές του στο γενικότερο σύστημα δρακόσπιτων της περιοχής της Νότιας Εύβοιας, κυρίως γύρω από τα Στύρα, τα οποία όμως δεν παρουσιάζουν την τελειότητα της δικής του κατασκευής. Ανασκαφές δεν έχουν γίνει και η χρονολόγησή του (περίπου 1000 π.Χ.) γίνεται σε συσχετισμό με παρόμοια κτίσματα Κυκλώπειας τεχνοτροπίας (Τίρυνθα και Μυκήνες).

26 piramidesΠΥΡΑΜΙΔΕΣ.

Η ύπαρξη Πυραμίδων στον Ελληνικό χώρο είναι ένα θέμα που πρόσφατα έγινε ευρύτερα γνωστό και υπάρχουν πολλά στοιχεία που είναι σχετικά άγνωστα στο ευρύτερο κοινό.(Όπως το γεγονός ότι η πυραμίδα του Ελληνικού στο Άργος είναι αρχαιότερη από τις Αιγυπτιακές. Ο Παυσανίας μάλιστα αναφέρει ότι είναι ένα ταφικό μνημείο σε ανάμνηση της πρώτης μάχης στην οποία χρησιμοποιήθηκαν ασπίδες. Οι Ελληνικές πυραμίδες είναι κατά κανόνα μικρότερες από τις Αιγυπτιακές (εκτός από μερικές λαξευτές) και δυστυχώς οι περισσότερες είναι σε πολύ κακή κατάσταση, μάρτυρες των όσων έχει περάσει αυτός ο τόπος.

Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για την χρήση τους ή το τι εξυπηρετούσαν σαν κτίσματα αν χρησιμοποιήθηκαν ως μνημεία (ταφικά ή οτιδήποτε άλλο) ή ως παρατηρητήρια – φρυκτώρια (τηλεπικοινωνιακοί πύργοι), όπως πιστεύουν μερικοί ερευνητές. Μόνο για την πυραμίδα του Ελληνικού υπάρχουν αναφορές από τον Παυσανία για την πιθανή χρήση της. Οι Ελληνικές πυραμίδες μέχρι τώρα δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς (εξαίρεση αποτελούν οι πυραμίδες Ελληνικού και Λιγουρίου που μελετήθηκαν και χρονολογήθηκαν μετά από προσωπικό ενδιαφέρον του Δρ Ι. Λυριτζή της Ακαδημίας Αθηνών).

Ελληνικές πυραμίδες υπάρχουν 16 περίπου σε όλο τον Ελληνικό χώρο με αρχαιότερη την πυραμίδα του Ελληνικού η οποία είναι κατά 170 (τουλάχιστον) έτη αρχαιότερη της πυραμίδας του Χέοπος (Μεγάλη Πυραμίδα). Άλλες πυραμίδες στον Ελλαδικό χώρο είναι:

ΛΙΓΟΥΡΙΟΥ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ / ΔΑΛΑΜΑΝΑΡΑΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ / ΚΑΜΠΙΑΣ ΝΕΑ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ / ΣΙΚΥΩΝΑΣ ΑΡΓΟΣ / ΒΙΓΛΑΦΙΩΝ ΛΑΚΩΝΙΑΣ / ΑΜΦΕΙΟΥ ΘΗΒΑΣ / ΚΡΗΤΗΣ ΧΑΝΙΑ / ΤΑΫΓΕΤΟΥ ΣΠΑΡΤΗ – ΒΡΑΧΟΠΥΡΑΜΙΔΑ.

Από αυτές μόνο η πυραμίδες Ελληνικού και Χανίων είναι σε καλή κατάσταση ενώ για μερικές από αυτές έχουμε στοιχεία από σχέδια και αναφορές περιηγητών της αρχαιότητος (Ελληνικού) ή του περασμένου αιώνος (Ελληνικού, Λιγουρίου και άλλες). Μερικά από αυτά τα κτίσματα έχουν υποστεί μεγάλη καταστροφή (το υλικό τους χρησιμοποιήθηκε ώς οικοδομικό υλικό για άλλα κτίσματα τα τελευταία χρόνια).

27 kopaidaΤΑ ΑΠΟΣΤΡΑΓΓΙΣΤΙΚΑ ΕΡΓΑ
ΤΗΣ ΚΩΠΑΪΔΑΣ

(3η χιλιετία π.Χ.) Κολοσσιαία, από την άποψη της έκτασης όσο και της τεχνολογίας που χρησιμοποιήθηκε, ήσαν τα ευρείας κλίμακας αρδευτικά και αποξηραντικά έργα που εκτέλεσαν οι Μινύες του Ορχομενού στην κοιλάδα της Κωπαΐδας. Ήταν τόσο σημαντικά τα έργα αυτά ώστε οι Γερμανοί ερευνητές που τα μελετούν από το 1980 τα χαρακτήρισαν σαν τα «μεγαλύτερα αρδευτικά έργα της αρχαίας Ευρώπης».

Οι Μινύες, ένα μυστηριώδες Ελληνικό φύλο με καταγωγή την αρχαία Κολχίδα, που διέθεταν αυξημένες γνώσεις μηχανικής και τεχνολογίας, επεχείρησαν να αποξηράνουν την πεδιάδα της Κωπαΐδας, η οποία πλημμύριζε από τα νερά των παρακείμενων ποταμών Μέλανα και Κηφισού. Για τον σκοπό αυτό κατασκεύασαν ένα τεράστιο αρδευτικό κανάλι, πλάτους 40 μ. και βάθους έως και 5 μ, που χρησίμευε και ως πλωτός ποταμός, την περίφημη «Διώρυγα των Μινύων». Στην διώρυγα αυτή συγκεντρώνονταν όλα τα ύδατα, τα οποία μέσω αυτής, κατευθύνονταν προς διάφορες φυσικές καταβόθρες, απ’ όπου κατέληγαν στον σημερινό κόλπο της Λάρυμνας (Ευβοϊκός Κόλπος).

Ο ενδιάμεσος αποξηραμένος χώρος πλαισιώθηκε από οικισμούς και το οχυρό του Γλα, που ήλεγχε την περιοχή, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του καλλιεργούνταν. Η διώρυγα των Μινύων είχε μήκος περίπου 43 χιλιόμετρα και ήταν συνδεδεμένη μαζί με μία άλλη περιφερειακή καθώς και διάφορες εγκάρσιες μικρότερης κατασκευής. Συμπληρωματικό έργο μεγάλης αξίας ήταν η τεχνητή καταβόθρα που έσκαψαν οι Μινύες για να ενισχύσουν την απορρόφηση των υδάτων, επειδή οι φυσικές καταβόθρες δεν επαρκούσαν.

Η τεχνητή καταβόθρα, μία υπόγεια επικλινής σήραγγα, σκαμμένη στο βράχο, είχε μήκος 2230 μ. ύψος 1,80 μ. και πλάτος 1,50 μ. Διέθετε 16 κάθετα ανοίγματα (φρεάτια), που ανοίχτηκαν πρώτα και μέσω των οποίων σκάφτηκε η σήραγγα μέσα στον βράχο και στην συνέχεια δι’ αυτών εσυντηρείτο. Πρόκειται για ένα αξιόλογο τεχνητό έργο που δεν έχει εξερευνηθεί ούτε έχει μελετηθεί σε βάθος. Τα έργα αυτά οι Μινύες τα συντηρούσαν για εκατοντάδες χρόνια έως ότου καταστράφηκαν από σεισμούς στα 1100 π.Χ.

Το 1450 π.Χ. οι Μινύες του Ορχοµενού προχώρησαν στην αποστράγγιση της πεδιάδας της Κωπαΐδας που πληµµύριζε από τα νερά των ποταµών Μέλανα και Κηφισού. Για το σκοπό αυτό διάνοιξαν Κανάλι µήκους 43 χλµ., πλάτους 40 µ., και βάθους 5 µ., τη γνωστή «∆ιώρυγα των Μινύων». Εκεί αποστραγγίζονταν όλα τα ύδατα, τα οποία οδηγούνταν σε φυσικές καταβόθρες και µέσω αυτών στον κόλπο της Λάρυµνας. Σαν να µην έφθανε η πλήρης κατανόηση της λειτουργίας των φυσικών καταβοθρών και µάλιστα η αξιοποίησή τους µε το τεραστίων διαστάσεων έργο, έγινε και ένα συµπληρωµατικό τεράστιο έργο, η τεχνητή καταβόθρα µήκους 2,5 χλµ, ύψους 1,8 µ., πλάτους 1,5 µ., µε 16 κάθετα φρεάτια. Οι Μινύες συντηρούσαν όλα αυτά τα έργα για εκατοντάδες χρόνια. Σήµερα δεν έχουν εξερευνηθεί και µελετηθεί πλήρως, είναι άλλωστε παραδοµένα στην τύχη τους και φραγµένα από βοσκούς και τυροκόµους της περιοχής.

28 skirodemaΣΚΥΡΟΔΕΜΑ - ΧΥΜΕΥΤΙΚΗ 1000 π.Χ.

Το εύρημα αυτό, που έχει τεράστιο επιστημονικό, και ιστορικό ενδιαφέρον δεν προεβλήθη απ’ το Ελληνικό κράτος. Στον λόφο όπου εντοπίζεται η ακρόπολη της αρχαίας Καμίρου στην Ρόδο, πλησίον του ναού της Αθηνάς Καμιράδος, βρίσκεται αρχαιότατη δεξαμενή χωρητικότητας 600 περίπου κυβικών μέτρων. Η δεξαμενή αυτή, το κτίσιμο της οποίας χρονολογείται κατά προσέγγιση στο 900 π.Χ., είναι κατασκευασμένη από ένα υλικό σκληρό και αδιάβροχο, η παρουσία του οποίου προέτρεψε προ ετών τον επίτιμο διευθυντή του τ. Υπουργείου Δημοσίων Έργων κ. Ευστάθιο Ευσταθιάδη να λάβει δείγματα του υλικού αυτού και να προχωρήσει σε χημική ανάλυσή τους. Όπως τελικά διεπίστωσε, πρόκειται για ένα μείγμα αδρανούς υλικού, το οποίο συνιστά έναν τύπο σκυροδέρματος (τσιμέντου), που ελάχιστα διαφέρει από το εν χρήσει σημερινό (τύπου πόρτλαντ). Η τεχνολογία του σημερινού μπετόν, που χρησιμοποιείται στα οποιαδήποτε έργα, οικοδομές, λιμάνια, γέφυρες, αεροδρόμια κλπ, είναι ακριβώς ίδια με αυτήν του αρχαίου Ελληνικού μπετόν. Μία μικρή ωστόσο αλλά αξιοπρόσεκτη και σημαντική υπέρ του αρχαίου Ελληνικού σκυροδέματος διαφορά είναι, ότι οι αρχαίοι πρόσεξαν να δώσουν στην τσιμεντένια μεμβράνη, που παρεμβάλλεται μεταξύ όλων των κόκκων της συνθέσεως του μπετόν, λίγο μεγαλύτερο πάχος απ’ ότι βλέπει κανείς στο σημερινό μπετόν.

Υπάρχουν δεξαμενές και σε άλλα μέρη του Ελλαδικού χώρου η διατήρηση όμως της στεγανοποίησης αυτών δεν ήταν τόσο καλή, όσο αυτή της προτύπου κατασκευής της Καμίρου. Οι τεχνικοί είχαν την σοφία, παράλληλα με όλες τις άλλες φιλοσοφικές τοποθετήσεις τους, να παρατηρήσουν ότι το χώμα της Σαντορίνης, που είχε βγει από το ηφαίστειο, έχει ιδιαίτερες ιδιότητες, που το κάνουν να διαφέρει από όλα τα γνωστά ανά τον Ελλαδικό χώρο εδάφη.

Πειραματίστηκαν επάνω σ’ αυτό, αφού τους κίνησε την περιέργεια, και κατέληξαν όχι μόνο να το χρησιμοποιούν αναμιγνύοντάς το με ασβέστη, ο οποίος τους ήταν ήδη από παλαιότερα γνωστός, αλλά και να παράγουν μία ''λάσπη'', η οποία άντεχε περισσότερο στο νερό και μπορούσε να πήξει μέσα σε αυτό, σε αντίθεση με άλλα κοιτάσματα από φυσική άμμο και ασβέστη. Αλλά εν συνεχεία, αφού επεξέτειναν τις μελέτες τους, διεπίστωσαν ότι το λεπτότατο υλικό της ''Θηραϊκής Γης'', που υφίσταται σε πολύ μικρό ποσοστό, ίσως κάτω του 20%, είναι και το πλέον ουσιώδες.

Γι’ αυτό το λόγο επενόησαν κάποια γνωστή μόνο σ’ αυτούς μέθοδο την οποία εφήρμοσαν σε εκτεταμένη κλίμακα για την παραγωγή των γεωδών χρωστικών υλών, τις οποίες χρησιμοποιούσαν για την βαφή και ζωγραφική των αρχαίων Ελληνικών αγγείων. Κατασκεύαζαν έτσι αυτά τα απαράμιλλα έργα τέχνης, η αντοχή των οποίων ακόμα και μέσα στην θάλασσα με την πάροδο όχι μόνο των αιώνων αλλά και των χιλιετιών παραμένει αναλοίωτη.

Σε ότι αφορά την παραγωγή, η διαφορά με το σημερινό τσιμέντο είναι ότι σε όλη την υφήλιο παρασκευάζεται μέσα σε απλές καμίνους, στις οποίες προσθέτουν το μίγμα των πρώτων υλών, το οποίο ψήνεται εκεί, ενώ στην αρχαία Ελλάδα θεωρούμε ότι χρησιμοποιούσαν διπλές καμίνους. Η μία εξ’ αυτών δεν ήταν άλλη από το ηφαίστειο, όπου στα έγκατα της γης ψηνόταν το φυσικό γεώδες υλικό, που κατόπιν χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη, για να παρασκευάσουν το τσιμέντο. Το δεύτερο καμίνι ήταν το τεχνητό, όπου έψηναν τον ασβεστόλιθο και έβγαζαν ασβέστη.

Σε συνδυασμό τώρα της μεθόδου της ''υδαταιώρησης'' του επεξεργασμένου υλικού του ηφαιστείου, της αναμίξεως δηλαδή της Θηραϊκής Γης με νερό και της αφαιρέσεως του νερού μετά από εικοσιτετράωρη καθίζηση, πετύχαιναν την λήψη του ανωτάτου στρώματος της στάθμης, που αποτελεί και το ένα συστατικό του τσιμέντου. Το δεύτερο συστατικό, όπως είπαμε, ήταν ο ασβέστης που ψηνόταν σε δεύτερο καμίνι. Τα δύο αυτά υλικά σε ορισμένη αναλογία μεταξύ τους και με την προσθήκη νερού δίνουν ένα κράμα, που έχει τις ίδιες χημικές ιδιότητες με το σημερινό τσιμέντο ''Portland''.

Επομένως η μόνη ουσιαστική διαφορά του αρχαίου τσιμέντου με το σημερινό τσιμέντο είναι, ότι το πρώτο παρήγετο με βάση την εμπνευσμένη τεχνολογία των αρχαίων Ελλήνων τεχνικών. Το 1992 η Αμερικανίδα φυσικοχημικός Μάρθα Μπουντγουαίη έκανε μία ανακοίνωση σε συνέδριο στην Βοστόνη, στην οποία έλεγε ότι το κονίαμα της κατασκευής των επιχρίσεων των αρχαίων μεταλλευτικών δεξαμενών του Λαυρίου είναι αδιαπέραστο από την ραδιενέργεια. Πρόκειται για ένα είδος τσιμέντου που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες 3000 χρόνια πρίν – τουλάχιστον.

Μάλιστα η Μπουντγουαίη συνέστησε να χρησιμοποιηθεί το υλικό αυτό ως μέσο επιχρίσεως των δεξαμενών αποθήκευσης πυρηνικών αποβλήτων. Ο Στεφανίδης με σειρές βιβλίων του απεδείκνυε, ότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν οι ''Χυμευταί'', κάτι αντίστοιχο των σημερινών χημικών ή χημικών μηχανικών. Ο καθηγητής Ζαχαρίας υποστήριξε, ότι η Χημεία έπρεπε να γράφεται με (υ) και να αναφέρεται και ως ''Χυμευτική''.

Οι αρχαίοι έλεγαν, πως, για να γίνει μία χημική πράξη, έπρεπε οι ουσίες να περάσουν από την κατάσταση του ''χύματος'', που ήταν η λεπτή λειοτρίβηση της ύλης, πολύ λεπτή όπως το αλεύρι, για να αναμειχθεί με άλλο ''χύμα'' και με την διαδικασία της μεταλλοίωσης, της μεταβολής δηλαδή, θα δώσει ένα άλλο προϊόν. Η πράξη αυτή λεγόταν ''χυμίζειν'' ή ακριβέστερα ''χυμεύειν''. Αυτοί που έκαναν την εργασία αυτή, που κατεύθυναν τους εργάτες, ονομάζονταν ''χυμευταί''. Σας αναφέρουμε τον Θεόδωρο τον Σάμιο (6ος π.Χ. αιών), τον Γλαύκο τον Χίο (6ος – 5ος π.Χ.), τον Αρχύτα τον Ταραντίνο, που ανακάλυψε και την πρώτη πετομηχανή κ.λ.π.

Δεν υπάρχουν στα αρχαία κείμενα οι λέξεις χυμευτική και χυμευτής διότι τα σχετικά βιβλία κάηκαν το 323 στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Στην Αίγυπτο την εποχή αυτή οι Ελληνομεμφίτες είχαν αποκτήσει τεράστιο πλούτο, λόγω της ικανότητάς τους να μετατρέπουν διάφορα ευγενή μέταλλα σε χρυσό, τα οποία πούλαγαν σε υψηλές τιμές, και έτσι αποτέλεσαν απειλή για την οικονομία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όχι να φτιάχνουν χρυσό αλλά πρόκειται για επιχρυσώσεις. Τις γνώσεις αυτές τις είχαν πάρει από τους Έλληνες χυμευτάς, που με τον Μ. Αλέξανδρο έφτασαν εκεί.

Έτσι ο Διοκλητιανός διατάζει, όλα τα βιβλία που περιείχαν τις λέξεις ''Χυμεία'' και ''Χυμευτική'' να καούν, όπως και έγινε. Τα έκαψαν και στο Σεράπειο και στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Οι στρατιώτες έμπαιναν ακόμη και σε σπίτια, όπου είχαν πληροφορίες ότι υπήρχαν τέτοια βιβλία. Κάποιοι χυμευτές πέθαναν πριν τον διωγμό, ήταν Αιγύπτιοι με Ελληνική μόρφωση. Έτσι στις Θήβες της Αιγύπτου τον 19ο αιώνα βρέθηκαν δύο μούμιες, που περιείχαν χειρόγραφα Χυμευτικής, τα οποία μεταφέρθηκαν στο μουσείο Λέυντεν της Ολλανδίας, που αναφέρουν εκπληκτικά πράγματα.

Παρασκευή χρωμάτων, γυαλιών, τεχητών πολύτιμων λίθων, επιχρυσώσεις, όπως ακριβώς κάνουν σήμερα, και ονομασίες στοιχείων όπως π.χ. η σημερινή σόδα ήταν το ''νίτρον'' αρχαίων Ελλήνων. Αυτά διάβασε ο Μπερτελώ και πείσθηκε, πως η σημερινή επιστήμη της Χημείας προέρχεται απ’ τους αρχαίους Έλληνες. Το ''λεξικό της Σούδας'' – και όχι του ''Σουΐδα'', όπως το λένε – αναφέρει, ότι σύμφωνα με το διάταγμα του Διοκλητιανού στην Αλεξάνδρεια, και πιθανώς και σε άλλες πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατακάηκαν

“ΤΑ ΠΕΡΙ ΧΥΜΕΙΑΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΟΥ ΤΟΙΣ ΠΑΛΑΙΟΙΣ ΑΥΤΩΝ ΓΕΓΡΑΜΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΡΟΣ ΜΗΚΕΤΙ ΠΛΟΥΤΕΙΝ ΑΙΓΥΠΤΙΟΙΣ ΕΤΙ ΤΟΙΑΥΤΗΣ ΠΕΡΙΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΕΧΝΗΣ, ΜΗΔΕ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΥΣ ΘΑΡΡΟΥΝΤΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΝ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΑΝΤΑΙΡΕΙΝ”

(Τα περί χημείας και χρυσού βιβλία που είχαν γράψει οι αρχαίοι, για να μην πλουτίζουν πια οι Αιγύπτιοι ασχολούμενοι με την τέχνη αυτή και με τα χρήματα να αποκτούν θάρρος, για να επαναστατούν εναντίον των Ρωμαίων). Οι χυμευτές, αυτοί οι πρακτικοί φιλόσοφοι, ήταν κατά κάποιο τρόπο η πειραματική πλευρά και ταυτόχρονα η εφαρμογή της επιστημονικής θεωρίας. Αν δεν υπήρχε ο Μπερτελώ, δεν θα ξέραμε τίποτε για την συμβολή των Ελλήνων στην Χημεία.

29 eupalinio origmaΤΟ ΕΥΠΑΛΙΝΕΙΟ ΟΡΥΓΜΑ.

Η κατασκευή της μεγάλης σήραγγας του Ευπαλίνου στην Σάμο, χωρίς τεχνολογική υποστήριξη, είναι ένα έργο που προκαλεί το θαυμασμό ακόμα και σήμερα. Το Ευπαλίνειο όρυγμα αποτελεί ένα μηχανικό έργο αξεπέραστο στην ιστορία της μηχανικής τεχνολογίας και τεκμήριο του υψηλού επίπεδου τεχνογνωσίας των Ελλήνων μηχανικών και των ολοκληρωμένων γνώσεών τους στην εφαρμογή της Γεωμετρίας, της Τοπογραφίας, της Γεωδαισίας και της Οπτικής στην αρχαία Ελλάδα πολύ πριν από τον 6ο αιώνα π.Χ.

Το Ευπαλίνειο όρυγμα είναι μια σήραγγα μήκους 1036 μέτρων κοντά στο Πυθαγόρειο της Σάμου, η οποία κατασκευάστηκε κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. για να χρησιμεύσει σαν υδραγωγείο. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν ότι ανοίχθηκε ταυτόχρονα και από τις δυο πλευρές του βουνού: το όρυγμα αυτό ήταν αμφίστομον όπως το χαρακτήρισε ο Ηρόδοτος, χάρις στον οποίον έγινε γνωστό. Οι δυο σήραγγες συναντήθηκαν περίπου στο μέσον με αξιοθαύμαστη ακρίβεια, κάτι που ήταν σημαντικό επίτευγμα για τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής. Ένα μέρος του ορύγματος είναι σήμερα επισκέψιμο.

Το 520 π.Χ. ο τύρρανος της Σάμου Πολυκράτης, έφερε στο νησί το Μεγαρέα μηχανικό Ευπαλίνο, με σκοπό να σχεδιάσει και επιβλέψει την κατασκευή υδραυλικών έργων με σκοπό την υδροδότηση της πρωτεύουσας του νησιού (το σηµερινό Πυθαγόρειο). Ο Ευπαλίνος είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της παρεμβολής του βούνου Άμπελος μεταξύ της πηγής και της πόλης Σάμου (σημερινό Πυθαγόρειο). Πως θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ροή του νερού προς την πόλη; Η πηγή βρισκόταν πολύ πιο χαμηλά από το βουνό, και έτσι η ροή του προς τη πόλη ήταν αδύνατη.

Εκτιμάται ότι ο σκοπός του ορύγματος ήταν όχι μόνο να μεταφερθεί νερό από την πηγή πίσω από το βουνό προς στην πρωτεύουσα της Σάμου (το σημερινό Πυθαγόρειο), αλλά αυτό να γίνει με τρόπο που δεν ήταν ανιχνεύσιμος από επιδρομείς, οι οποίοι θα μπορούσαν εύκολα, αν έβλεπαν τον επιφανειακό αγωγό, να τον καταστρέψουν και να στερήσουν την πόλη από τον βασικότερο πόρο της. Από το όρυγμα λοιπόν το νερό οδηγούνταν μέσα από το τείχος της πόλης.

Ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν δυο παράλληλες σήραγγες, είναι ότι κατά το χρόνο σχεδιασμού και υλοποίησης του έργου η πηγή βρισκόταν σε ορισμένο ύψος (υψηλότερο από το επίπεδο της στοάς), αλλά μετά την κατασκευή της κύριας στοάς, η πηγή άρχισε να αναβλύζει χαμηλότερα, συνεπώς δε μπορούσε πλέον με φυσική ροή να οδηγηθεί στη στοά αυτή. Για το λόγο αυτό έγινε αναγκαία η διάνοιξη μιας βοηθητικής, μικρότερης σήραγγας, σε χαμηλότερο επίπεδο. Η μικρότερη σήραγγα διανοίχτηκε μέσα από την κύρια στοά, με τη βοήθεια κάθετων ορυγμάτων. Το έργο του Ευ̟αλίνου είχε δύο µέρη.

Το εξωτερικό μέρος ξεκινούσε από την πηγή, στην σημερινή τοποθεσία Αγιάδες, και έφτανε μέχρι τις πρόποδες του βουνού Άμπελος. Αποτελείτο από ένα σύστημα αγωγών και ορυγμάτων μήκους 1800 μέτρων και αυτό ήταν το εύκολο μέρος. Το δεύτερο και δυσκολότερο μέρος ήταν η διάνοιξη της σήραγγας μήκους μεγαλύτερου του ενός χιλιομέτρου μέσα από τα έγκατα του βουνού.

Δύο ομάδες εργατών έσκαβαν από τις 2 πλευρές του βουνού με σκοπό να συναντηθούν στην μέση. Τα 2 συνεργεία έπρεπε να προχωρούν σε ευθεία γραμμή χωρίς να παρεκλίνουν. Ένα λάθος μερικών μέτρων θα σήμαινε ότι οι 2 ομάδες δεν θα συναντιούνταν ποτέ και το έργο θα ναυαγούσε. Το λάθος όμως δεν έγινε και μετά από δέκα χρόνια επίπονων εργασιών η σήραγγα επιτέλους ανοίχθηκε και το φως από την μια πλευρά, πέρασε στην άλλη μεριά του βουνού.

Μια μικρή καμπύλωση της πορείας του αγωγού, υπάρχει μόνο σε σημεία που έπρεπε να παρακαμφθεί συμπαγής σκληρός βράχος. Όταν τα 2 συνεργεία συναντήθηκαν στην μέση του βουνού, ο Ευπαλίνος πήγε να τρελαθεί από τη χαρά του. Αυτό που είχε πετύχει ήταν σχεδόν ακατόρθωτο.

Επιφανειακό σύστηµα αγωγών 1800 µέτρων από την πηγή ως τη σήραγγα.

Υπόγειο σύστηµα αγωγών και φρεατίων εντός του όρους Άµπελος.

Η υπόγεια σήραγγα είχε µήκος 1036 µέτρα και διαστάσεις 1,8 x 1,8. ∆ύο συνεργεία εργατών δούλεψαν 10 χρόνια και συναντήθηκαν περίπου στη µέση µε απόκλιση 60 εκατοστών. Στο δάπεδο της ανοίχτηκε τεράστιος αγωγός, ο οποίος με κατεύθυνση από βορρά προς νότο διέσχιζε τα έγκατα του βουνού και μετέφερε νερό στην πόλη μέσα σε κεραμικούς σωλήνες. Ο αγωγός ήταν κατωφερής, είχε δηλαδή μικρή κλίση με το νότιο μέρος να βρίσκεται πιο χαμηλά για να υπάρχει ροή του νερού προς την πόλη. Το νερό που έβγαινε από τη σήραγγα συγκεντρωνόταν σε υπέργειες (ανυψωμένες) δεξαμενές, και μετά διοχετευόταν στα σπίτια.

Το Ευπαλίνειο όρυγμα αποτελεί μνημείο για την ολοκληρωμένη εφαρμογή της Γεωμετρίας, της Τοπογραφίας, της Γεωδαισίας και της Οπτικής στην αρχαία Ελλάδα πολύ πριν από τον 6ο αιώνα π.Χ. . Το όρυγμα αυτό είναι ένα τεράστιο έργο που κατασκευάστηκε στην Σάμο για την υδροδότηση της αρχαίας πόλης του Πυθαγορείου από μία πηγή η οποία βρισκόταν περίπου 2,5 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη πίσω από το υπάρχον όρος Κάστρο. Το εκπληκτικό στο έργο είναι ότι οι ανασκαφές της σήραγγας άρχισαν ταυτόχρονα από τα δύο στόμια και τα τμήματά της συναντήθηκαν με ελάχιστη απόκλιση.

Η διάτρηση διήρκησε σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις πολύ λιγότερο από τα περίπου 10 χρόνια που θεωρούσαν μέχρι πρόσφατα. Η σήραγγα κατασκευάστηκε εντελώς οριζόντια και μετά στο δάπεδό της ανοίχτηκε κεκλιμένο αυλάκι σε βάθος 8,5μ. μέσα στο οποίο τοποθετήθηκαν πήλινοι σωλήνες για την προσαγωγή του νερού στην πόλη. Το νερό από την πηγή έφτανε, με υπόγειο αγωγό, μήκους 953 μέτρων και μέσης κλίσης 0,6%, στο βόρειο στόμιο της σήραγγας και, αφού την διέσχιζε, πάλι με υπόγειο ισοκλινή αγωγό σε βάθος 5μ. οδηγούνταν στην δεξαμενή της πόλης σε υψόμετρο 44,20μ.

Αποτελεί πραγματικό αίνιγμα για τους σύγχρονους μηχανικούς, με ποιο τρόπο ο Ευπαλίνος κατάφερε να οδηγεί τα συνεργεία επί 10 χρόνια χωρίς να λανθάνουν της ευθείας πορείας τους. Ας μην ξεχνάμε ότι τότε δεν υπήρχαν ούτε πυξίδες, ούτε ραντάρ για να βοηθήσουν στον εντοπισμό της θέσης του άλλου συνεργείου. Ο Μηχανικός από τα Μέγαρα πρέπει να βοηθήθηκε από οπτικές μεθόδους και από την καλή γνώση της γεωμετρίας. Το έργο του υδροδότησε τη Σάμο για πάνω από 1000 χρόνια και ακόμα και σήμερα σώζεται σε άριστη κατάσταση , θυμίζοντας μας τον πολιτισμό που πριν 25 αιώνες έκανε πράξη την τελειότητα.

Το όλο έργο είναι εξαιρετικά δύσκολο τεχνικά ακόµη και για τις µέρες µας. Προϋποθέτει άριστη γνώση εξορυκτικών τεχνικών, τεχνικών εξαερισµού γαλαριών, οργάνωσης πεδίου, κ.λπ. Το όλο σύστηµα βρίσκεται µέσα στο βουνό σε περίπου οριζόντια διαδροµή. Ο ρυθµός εργασίας πρέπει να ήταν 12 µε 15 εκατοστά ηµερησίως για κάθε πλευρά. Συνεργεία όχι παραπάνω των 15 ατόµων δούλευαν µέρα και νύχτα συνεχώς εναλλασσόµενα (2 εργάτες στη λάξευση, 1 στο κανάλι, 2 στα µ̟άζα, κ.λπ.). Ο Ηρόδοτος, η μοναδική πηγή που έχουμε για το Ευπαλίνειο όρυγμα, περιγράφει και την κύρια αλλά και τη βοηθητική σήραγγα.

''μήκυνα δ περ Σαμίων μλλον, τι σφι τρία στ μέγιστα πάντων λλήνων ξεργασμένα, ρεός τε ψηλο ς πεντήκοντα κα κατν ργυιάς, τούτου ρυγμα κάτωθεν ρξάμενον, μφίστομον. Τ μν μκος το ρύγματος πτ στάδιοι εσί, τ δ ψος κα ερος κτ κάτερον πόδες. Δι παντς δ ατο λλο ρυγμα εκοσίπηχυ βάθος ρώρυκται, τρίπουν δ τ ερος, δι ο τ δωρ χετευόμενον δι τν σωλήνων παραγίνεται ς τν πόλιν γόμενον π μεγάλης πηγς. Άρχιτέκτων δ το ρύγματος τούτου γένετο Μεγαρες Επαλνος Ναυστρόφου''.

Σύγκριση μεγεθών που αναφέρει ο Ηρόδοτος:
Όρος με ύψος 150 οργιές. Το όρος αυτό έχει ύψος περίπου 225 μέτρα.
Υπολογιζόμενο μήκος της οργιάς σε μέτρα 1,50 μέτρα.
Μήκος του ορύγματος: 7 στάδια. Το μήκος του είναι 1036 μέτρα.

Το κάθε στάδιο είχε 100 οργιές. Το μέγεθος που αναφέρεται από τον Ηρόδοτο, 7 στάδια, αντιστοιχεί σε 700 οργιές, δηλαδή με βάση το υπολογιζόμενο μήκος οργιάς (1,5 μέτρο), το μήκος του ορύγματος υπολογίζεται σε 1050 μέτρα
κατά μέσο όρο.

Η κάθε οργιά είχε 6 πόδια. Με βάση το υπολογιζόμενο μήκος οργιάς (1,5 μέτρο) το κάθε πόδι ήταν 0,25 μέτρα, και το ύψος και πλάτος του ορύγματος υπολογίζεται σε 2 μέτρα.

30 kolossosΟ ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΤΗΣ ΡΟ∆ΟΥ.

Έργο του γλύ̟τη Χάρη του Λίνδιου που άρχισε το 304 π.Χ. και χρειάστηκε 12 χρόνια για να τελειώσει. Καταστράφηκε το 227 π.Χ. από σεισµό. Επρόκειτο για 33 µέτρα χάλκινου σκελετού χιαστί και πακτωµένου σε πέτρινες κολόνες. Όλο το άγαλµα βρισκόταν σε µαρµάρινη βάση ύψους 15 µέτρων. Το άγαλµα ατένιζε το πέλαγος κρατώντας πυρσό. Τα υλικά προήλθαν από µεγαλειώδη πολιορκία της Ρόδου από το ∆ηµήτριο τον Πολιορκητή το 305 π.Χ., όπου συνέβησαν πρωτάκουστα (Φίλων ο Βυζάντιος). Ο ∆ηµήτριος επιτέθηκε µε στόλο 200 πολεµικών και 170 µεταγωγικών που µετέφεραν 40.000 άνδρες.

Ο Κολοσσός της Ρόδου θεωρείται ως ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ήταν ένα τεράστιο σε διαστάσεις άγαλμα το οποίο απεικόνιζε τον Θεό Ήλιο. Ανεγέρθηκε από τον Χάρη τον Λίνδιο μαθητή του Λύσιππου τον 3ο αιώνα π.Χ. Είχε το ίδιο περίπου μέγεθος με το Άγαλμα της Ελευθερίας που βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, αν και στηριζόταν σε χαμηλότερη βάση. Η όψη του αγάλματος λέγεται ότι διακρινόταν από την είσοδο του λιμένα της Ρόδου.

Ο Χάρης, ο γλύπτης και μηχανικός στον οποίο είχε να ανατεθεί ο σχεδιασμός και η κατασκευή του μνημείου του Ήλιου, ήταν μαθητής του γλύπτη Λύσιππου, που ήταν γνωστός για τις ρεαλιστικές προτομές του Αλέξανδρου. Αν και ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Χάρης είχε δώσει στο πρόσωπο του Κολοσσού τα χαρακτηριστικά του Αλέξανδρου, ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για την ακριβή όψη του αγάλματος, ενώ οι αντικρουόμενες αρχαιολογικές ενδείξεις δυσχεραίνουν τις απόπειρες αναπαράστασης του Κολοσσού.

Σε πολλά Ελληνικά νομίσματα ο Θεός φέρει συμβατικά ηλιακά σύμβολα, όπως στεφάνι από ηλιαχτίδες γύρω από το κεφάλι του, αλλά σε άλλα νομίσματα αυτές οι ηλιαχτίδες απουσιάζουν. Σύμφωνα με τον θρύλο, τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Θεός Ήλιος έσωσε τον λαό της Ρόδου από μία επίμονη πολιορκία του Μακεδόνα στρατηγού Δημητρίου του Πολιορκητή. Ως έκφραση ευγνωμοσύνης προς τον προστάτη τους, οι Ρόδιοι ανήγειραν τον Κολοσσό, ένα γιγαντιαίο μπρούντζινο άγαλμα, που υψωνόταν περίπου 33 μέτρα πάνω από το μαρμάρινο βάθρο του, δηλαδή ήταν δυόμισι φορές υψηλότερο από το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, το έργο του Φειδία.

Οι συνθήκες, όμως, που οδήγησαν στη δημιουργία του Κολοσσού ήταν εξίσου θαυμαστές με το ίδιο το άγαλμα. Το 305 π.Χ., ο Αντίγονος Α΄, που φιλοδοξούσε να κυριαρχήσει στην Αυτοκρατορία του νεκρού πλέον Αλέξανδρου, έστειλε τον γιο του Δημήτριο να τιμωρήσει τους Ροδίους, επειδή αρνήθηκαν να εκστρατεύσουν μαζί του κατά του Πτολεμαίου της Αιγύπτου. Οι δύο αντίπαλοι, που κάποτε ήταν στρατηγοί του Αλέξανδρου, διεκδικούσαν τον έλεγχο του εμπορίου στο Αιγαίο πέλαγος, στο οποίο διέπρεπαν οι Ρόδιοι.

Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής κατέπλευσε στη Ρόδο με 200 πολεμικά πλοία, στα οποία επέβαιναν 40.000 στρατιώτες. Οι Ρόδιοι είχαν να αντιπαρατάξουν μόνον 6.000 - 7.000 άνδρες. Με έναν πολιορκητικό πύργο ύψους 46 μέτρων κι επενδυμένο με σιδερένια φύλλα, ο Δημήτριος σφυροκοπούσε τα τείχη της πόλης. Αν και προκλήθηκαν ρήγματα στα τείχη, οι Ρόδιοι απώθησαν τους πολιορκητές, αναγκάζοντάς τους να συμβιβαστούν. Με το χαρακτηριστικό επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, οι Ρόδιοι πούλησαν τον πύργο και τον υπόλοιπο πολεμικό εξοπλισμό αντί ενός υπέρογκου ποσού, το οποίο διέθεσαν για να τιμήσουν τον θεό που τους έσωσε.

Το βάθρο του αγάλματος ήταν από λευκό μάρμαρο. Το ότι τα πόδια του Κολοσσού ήταν ενωμένα, σήμαινε ότι ο Χάρης έπρεπε να δώσει λύσεις σε αρκετά τεχνικά προβλήματα. Μετά την αγκύρωση των πελμάτων του αγάλματος στο βάθρο ύψους 12 μέτρων, ο Χάρης κατασκεύασε έναν τεράστιο σκελετό από πέτρινα υποστυλώματα και σιδερένιες ράβδους, πάνω στον οποίο προσαρμόστηκαν χυτά μπρούντζινα φύλλα. Η γιγαντιαία μορφή, που ολοκληρώθηκε σε 12 χρόνια, καλύφθηκε με μπρούντζινη επένδυση.

Όταν απομακρύνθηκε ο βοηθητικός τεχνητός γήλοφος που περιέβαλλε το άγαλμα, και ο Ήλιος αποκαλύφθηκε στους κατοίκους της Ρόδου, ο Χάρης πρέπει να άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης. Είχε επίσης πάρει αποτελεσματικά μέτρα κατά του κινδύνου των ισχυρών ανέμων, που θα μαστίγωναν την εύθραυστη κατασκευή. Ο Φίλων ο Βυζάντιος αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκαν 15 τόνοι από μπρούντζο και 9 τόνοι σιδήρου. Υπολογίζεται, όμως, ότι οι αληθινές ποσότητες ήταν πολύ μεγαλύτερες. Λαμβάνοντας υπ` όψιν ότι το Άγαλμα της Ελευθερίας στην Νέα Υόρκη έχει το ίδιο περίπου μέγεθος και βάρος 225 τόνους, ο Κολοσσός πρέπει να είχε ανάλογο βάρος.

Τα «µηχανήµατα» που χρησιµο̟οιήθηκαν όµως ήταν συγκλονιστικά: Πλωτοί καταπέλτες µε το µεγαλύτερο να πατάει σε έξι πλοία, «Χελώνες» και «κριοί» για διάτρηση και υπόσκαψη τειχών, «Ελεπόλεις» (πύργοι πολιορκίας) ύψους 30 ως 40 µέτρων µε καταπέλτες, δεξαµενές νερού και λαδιού και φλεγόµενα βέλη, µε αντικραδασµική και αντιπυρική µεταλλική επένδυση. Οι Ρόδιοι αµύνθηκαν µε φλογοβόλα, πυρπολικά πλοιάρια και καταπέλτες, καθώς και ταχεία ανοικοδόµηση δεύτερου και τρίτου τείχους µε ενδιάµεση τάφρο πίσω από την κατεστραµµένη πρώτη γραµµή τους.

Τελικά οι Ρόδιοι νίκησαν και ο ∆ηµήτριος έµεινε στην ιστορία ως ο «Πολιορκητής». Ο χαλκός από τις ελεπόλεις και τα πολιορκητικά έγινε. Το άγαλμα ήταν μια ευφυής «διαφήμιση» της πόλης που το ανήγειρε, απτή απόδειξη του πλούτου και της τεχνολογίας της. Δυστυχώς, όμως, γύρω στο 226 π.Χ., μόλις 60 χρόνια μετά τα αποκαλυπτήρια, ο Κολοσσός κατέρρευσε, καθώς τα γόνατά του τσακίστηκαν από ένα σεισμό. Πέφτοντας λέγεται ότι γκρέμισε 30 σπίτια. Χρησμός μαντείου λέει σχετικά με την πιθανή επανατοποθέτησή του «μην κίνει τα κείμενα» και ο Κολοσσός δεν στάθηκε ποτέ πια όρθιος.

Ο Κολοσσός της Ρόδου δεν ήταν μόνο ένα έργο απαράμιλλης τέχνης και αισθητικής. Χτίστηκε ως ευγνωμοσύνη προς τον Θεό Ήλιο, προστάτη του νησιού, και συμβόλιζε την ελευθερία και ανεξαρτησία των Ροδίων. Παρόλο που το έργο καταστράφηκε 60 μόλις χρόνια μετά την κατασκευή του, η φήμη του πέρασε τα όρια της Ελλάδας, και έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Το «Άγαλµα της Ελευθερίας» στη Νέα Υόρκη είναι η κοντινότερη «προσέγγιση» εφόσον είναι από το ίδιο υλικό, έχει τις ίδιες διαστάσεις, τον ίδιο τρόπο κατασκευής (ακτινωτός σκελετός, συναρµολόγηση από κάτω προς πάνω), και µάλλον την ίδια στάση.

31 farosΟ ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΕΙΑΣ.

Εκπληκτικό κατόρθωμα παραμένει στο πέρασμα του χρόνου, η ανοικοδόμηση του περίφημου πυροφόρου πύργου της Αλεξάνδρειας (που έμεινε γνωστός ως Φάρος της Αλεξάνδρειας), τόσο κατασκευαστικά όσο και τεχνολογικά. Δίκαια κατατάχτηκε ανάμεσα στα επτά θαύματα. Κτίστηκε από τον διάσημο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο και η κατασκευή του διάρκησε 12 χρόνια. Την ονομασία Φάρος την πήρε από την ομώνυμη νησίδα Φάρος που βρισκόταν στην είσοδο του λιμανιού της πόλης. Το συνολικό του ύψος έφτανε τα 140 μ.και ήταν χτισμένος σε τέσσερα επίπεδα.

Το πρώτο ήταν το ψηλότερο από όλα, ήταν τετράγωνο, διάτρητο από παράθυρα και γύρω-γύρω υπήρχε πλήθος δωματίων όπου στεγάζονταν οι μηχανικοί και οι φύλακες. Στο κέντρο του υπήρχε υδραυλικός μηχανισμός με την βοήθεια του οποίου ανέβαζαν τα διάφορα εφόδια και καύσιμα του πυργίσκου.

Το δεύτερο τμήμα, πάνω στο πρώτο ήταν οκταγωνικό, γεμάτο με ελικοειδής σκάλες και το τρίτο πάνω στο δεύτερο, ήταν κυκλικό, στολισμένο με κίονες.

Στο τελευταίο τμήμα στη κορυφή υπήρχε ο μηχανισμός που αντανακλούσε το φως. Εκεί υπήρχε τόσο η φωτιά όσο και ευαίσθητα όργανα που την αντανακλούσαν πολλά χιλιόμετρα μακριά (300 στάδια).

Πολλές αναφορές μιλάνε για έναν παράξενο καθρέπτη από γυαλί ή διαφανή επεξεργασμένη πέτρα που μέσω αυτού μπορούσαν να βλέπουν πλοία στην θάλασσα, που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι (κάτι σαν τηλεσκόπιο). Υπάρχουν επίσης πολλές αναφορές για έργα τέχνης με αυτοματισμούς όπως ένα άγαλμα που το δάχτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ηλίου στη διάρκεια της ημέρας, ένα άλλο που σήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος, που δεν ήταν ακόμα ορατός.

Ο φάρος δηλ. εκτός από την θαυμαστή του κατασκευή, περιελάμβανε πολλές εφαρμογές αυτομάτων μηχανισμών, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ , δείγματα των τεχνολογικών ικανοτήτων της εποχής. Οι µελέτες για το περίφηµο αυτό έργο έγιναν από το Μουσείο, την πανεπιστηµιακή σχολή της περίφηµης Βιβλιοθήκης, όπου δίδασκε και ο Ευκλείδης. Την κατασκευή ανέλαβε ο Σώστρατος ο Κνίδιος το 299 π.Χ. επί βασιλείας του Πτολεµαίου του Σωτήρα και τελείωσε 20 χρόνια αργότερα επί Πτολεµαίου Β΄ του Φιλάδελφου.

Προηγήθηκαν τεράστια υποστηρικτικά έργα στον ισθµό του νησιού, το «Επταστάδιον» µε ογκόλιθους κόκκινου γρανίτη από το Ασουάν. Έπειτα χτίστηκε πύργος ύψους 56 µέτρων από το ίδιο υλικό και επένδυση µαρµάρου. Πάνω σε αυτό υπήρχε οκτάγωνος ̟ύργος 27 µέτρων και διαµέτρου 18. Πάνω σε αυτό κτίστηκε κυλινδρικός πύργος 7,5 µέτρων. Το αποτέλεσµα ήταν ένας 40ώροφος σηµερινός ουρανοξύστης µε καταστήµατα και εστιατόρια στο 1ο τµήµα για «τουριστικούς» λόγους, αποθηκευτικούς χώρους και κλιµακοστάσια στο 2ο και 3ο. Θόλος µε καύσιµη ύλη υπήρχε στην κορυφή.

Το φως ήταν ορατό από 50 χιλιόµετρα µακριά. Οι σοφοί του Μουσείου είχαν εγκαταστήσει ειδικό ανακλαστήρα που αντανακλούσε το φως τη µέρα και τη φλόγα τη νύχτα. Σε αυτό το σηµείο πρέπει να τεθούν τρία βασικά ερωτήµατα – µυστήρια :

1) Η φλόγα Πιθανολογείται ότι έκαιγαν νάφθα ως αιώνια πυρά
2) Ο ειδικός ανακλαστήρας πελώριοι ειδικοί µπρούτζινοι φακοί ή µετεωρική ύαλος από τη Σαχάρα;
3) Το άγαλµα της κορυφής τι υλικό άντεχε σε συνεχή τόσο υψηλή θερµοκρασίας; Μήπως µετεωρική ύαλος; Ποιο ήταν, ο Ποσειδώνας, ο Ζεύς Σωτήρ; Τι σχέση είχε µε τους θρύλους για καύση των εχθρικών πλοίων από µακριά (ειδικά κάτοπτρα);

Ο Φάρος υπέστη πολλές περιπέτειες µέχρι να καταστραφεί πλήρως το 850 µ.Χ. ς και το 1994 βρέθηκαν τροµερά ευρήµατα στον υποθαλάσσιο χώρο του λιµανιού της Αλεξάνδρειας, γεγονός που έχει οδηγήσει τις αρχές σε σκέψεις δηµιουργίας επισκέψιµου υποθαλάσσιου αρχαιολογικού πάρκου.

32 xeirourgeioΑΡΧΑΙΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ.

Ένα εύρημα από τις Αρχάνες Κρήτης ανατρέπει τα όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα για το επίπεδο της Ιατρικής στην αρχαία Ελλάδα. Πρόκειται για ένα Μινωικό κρανίο με επουλωμένα σημάδια εξόστωσης. Το γεγονός ότι τα σημάδια έχουν επουλωθεί αποδεικνύει ότι ο ασθενής επέζησε της εγχειρήσεως . Αυτό το εύρημα ήρθε να επιβεβαιώσει όσους πίστευαν ότι στην αρχαία Ελλάδα η Ιατρική και η χειρουργική επιστήμη ήταν ανεπτυγμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Δυστυχώς ένα μεγάλο φάσμα παραγόντων (όπως οι λαθρανασκαφές, ή έλλειψη έρευνας και επισταμένης μελέτης στα ήδη υπάρχοντα ευρήματα , τα ελάχιστα διασωθέντα σχετικά κείμενα κλπ, ακόμα ο όρκος σιωπής που έδιναν οι ασθενείς που θεραπεύοντο από τα κατά τόπους Ασκληπιεία) έχουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην μέχρι πρότινος υποτίμηση του επιπέδου της αρχαίας Ιατρικής των προγόνων μας

33 agnosth  polemikhΗ ΑΓΝΩΣΤΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ.

Εκτός από τα γνωστά πολεμικά μέσα των προγόνων μας (πολεμικά πλοία, πολεμικές μηχανές, υγρό πυρ κλπ) υπάρχουν αναφορές στην Ελληνική ιστορία, απώτερη και νεώτερη (Προϊστορία) για κάποια άλλα άγνωστα όπλα ή τεχνικές, με καταπληκτικά (ακόμα και για την σημερινή εποχή) αποτελέσματα. Αναφορές της ''Θεογονίας'', του Ομήρου και του Ηροδότου:Κεραυνοί ανετίνασσαν τις κορυφές του Παρνασσού (κατά την εισβολή των Περσών).

«Οι δε κάτοικοι των Δελφών πληροφορούμενοι ταύτα κατετρόμαξαν και πανικόβλητοι ερωτούσαν το μαντείον δια τα ιερά πράγματα, εάν δηλαδή έπρεπε να τα τοποθετήσουν μέσα εις την γην ή να τα στείλουν εις άλλον τόπον. Ο Θεός όμως δεν τους άφησε να τα μετακινήσουν, ειπών ότι αυτός είναι ικανός να προστατεύει τα ιδικά του πράγματα. Οι κάτοικοι των Δελφών ακούσαντες ταύτα εφρόντιζον δια τον εαυτόν των» (τα παιδιά και οι γυναίκες εστάλησαν στην Αχαΐα και από τους άντρες οι περισσότεροι ανέβηκαν στις κορυφές του Παρνασσού και άφησαν τα πράγματά τους στο Κωρήκιο Άντρον, άλλοι έφυγαν στην Άμφισσα).

«Ώστε όλοι οι κάτοικοι των Δελφών εγκατέλειψαν την πόλιν εκτός εξήκοντα ανδρών και του ερμηνευτού της θελήσεως του Θεού. Ότε δε οι βάρβαροι επερχόμενοι επλησίασαν τόσον, ώστε να διακρίνουν το ιερόν, τότε ο ερμηνευτής της θελήσεως του Θεού, του οποίου το όνομα ήτο Ακήρατος, βλέπει έμπροσθεν του ναού στημένα τα ιερά όπλα, τα οποία είχον βγεί έξω από το άδυτον του ιερού των Δελφών και τα οποία δεν επετρέπετο κανείς να εγγίσει. Και ούτος μεν επήγαινε, δια να φανερώσει το Θείον εις τους ευρισκομένους κατοίκους των Δελφών.

Ότε δε οι βάρβαροι σπεύδοντες έφθασαν εις την περιοχήν της Προναίας Αθηνάς, συνέβησαν εις αυτούς θεία σημεία ακόμη σπουδαιότερα. Διότι και τούτο βεβαίως είναι θαύμα μεγάλο, όπλα πολεμικά μόνα των εφάνησαν στημένα έξω από τον ναό. Τα μετά ταύτα όμως γενόμενα είναι άξια θαυμασμού περισσότερο απ’ όλα. Ότε οι βάρβαροι επερχόμενοι ήσαν κοντά εις το ιερόν της Προναίας Αθηνάς, τότε από μεν τον ουρανόν έπιπτον επάνω των κεραυνοί, από δε τον Παρνασσόν αποκοπείσαι δύο κορυφαί ήρχοντο εναντίον των και επρόφθασον πολλούς από αυτούς, προσέτι και από το ιερόν της Προναίας ήρχετο βοή και αλαλαγμός». (Ηρόδοτος)

Ανάλογη τύχη με τους Πέρσες είχαν και οι Γαλάτες οι οποίοι επίσης προσπάθησαν να συλήσουν το μαντείο των Δελφών, το 279 π.Χ. Μόλις λοιπόν συνεπλάκησαν, αμέσως κεραυνοί κατευθύνονταν εναντίων των Γαλατών και πέτρες που αποκόπηκαν από τον Παρνασσό, και άνδρες οπλισμένοι πρόξενοι, τρόμου ορθώθηκαν εναντίον των βαρβάρων. Απ' αυτούς λέγεται ότι άλλοι μεν ήλθαν από τους Υπερβόρειους. Ο Υπέροχος και ο Αμάδοκος και τρίτος, ο Πυρρός του Αχιλλέως. (Παυσανίας)

Το υγρό πυρ επινοήθηκε ή τελειοποιήθηκε από τον Έλληνα αρχιτέκτονα Καλλίνικο (από την Ηλιούπολη της Συρίας). Υπήρξε ένα από τα φοβερότερα όπλα του Μεσαίωνα και επανειλημμένα έσωσε το Βυζάντιο από εχθρικές επιθέσεις. Γενικά η χρήση της φωτιάς για πολεμικούς σκοπούς είναι τόσο παλιά όσο και η πολεμική τέχνη. Ο Όμηρος αναφέρει ότι οι Τρώες κατέστρεφαν τα πλοία των Αχαιών με φωτιά «Και οι Τρώες ακούραστη φωτιά στο σπαθωτό καθίζουν σκαρφί και φλόγα απάνω ευθύς του χύθηκε ρημάχτρα».

Κατά την Βυζαντινή περίοδο εμπρηστικά μείγματα χρησιμοποιούντο ήδη από τους πρώτους αιώνες. Η σύνθεσή του παρέμεινε μυστική στους κατοίκους της Αυτοκρατορίας μέχρι την κατάρρευση του κράτους, ενώ ταυτόχρονα καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αποφευχθεί η διαρροή της σε άλλους λαούς. Διακηρύχθηκε από πολύ νωρίς ότι οποιοσδήποτε τολμούσε να αποκαλύψει τον τρόπο προετοιμασίας του υγρού πυρός θα αντιμετώπιζε την ποινή του θανάτου.

Τα αυστηρά μέτρα που κατά καιρούς ελήφθησαν πέτυχαν ώστε η σύνθεση του υγρού πυρός να παραμείνει μυστική, τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο το εμπρηστικό μείγμα περιβλήθηκε από μυστήριο, με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα να αποδίδονται σε αυτό κάποιες υπερφυσικές ιδιότητες και να υπάρχουν βασικά ερωτήματα αναφορικά με τα συστατικά του στοιχεία και τις μεθόδους εκτόξευσής του.

Η πρώτη ιστορική αναφορά για την κατασκευή εμπρηστικού μίγματος προέρχεται από τον χρονικογράφο Μαλάλα (6ος αιώνας), ο οποίος αναφέρει ότι ο Αυτοκράτορας Αναστάσιος ο Α’ (491 - 518 μ.Χ.) προκειμένου να αντιμετωπίσει την επανάσταση του κόμη των Φοιδεράτων Βιταλιανού, κάλεσε από την Αθήνα κάποιο φιλόσοφο ονόματι Πρόκλο, ο οποίος φαίνεται ότι ασχολείτο με την παρασκευή εύφλεκτων υλών.

Ο Πρόκλος κατασκεύασε από ''ΘΕΙΟΝ ΑΠΥΡΟΝ'' (άκαυτο θειάφι) μία πολύ ψιλή σκόνη την οποία παρέδωσε στον αρχηγό του Βασιλικού Πλωίμου (στόλου) Μαρίνο, λέγοντάς του ''όπου και αν τη ρίξεις, είτε σε κτίρια, είτε σε πλοία, η σκόνη με την ανατολή του ηλίου αναφλέγεται και καίει τα πάντα.''. Έτσι και έγινε. Αυτή λοιπόν πρέπει να είναι η πρώτη αναφορά για την κατασκευή εμπρηστικού μίγματος το οποίο υπήρξε ο πρόγονος του Ελληνικού υγρού πυρός.

Υπάρχουν αρκετές αναφορές που μιλάνε για την αυτανάφλεξη του υγρού πυρός μόλις αυτό ερχόταν σε επαφή με το νερό (ιδιότητα που το καθιστούσε πρακτικώς άσβεστο σε επιθέσεις εναντίον πλοίων) ιδιότητα που σύμφωνα με μερικούς ερευνητές πρέπει να οφείλεται στην παρουσία ασβέστη ή φωσφορούχου ασβεστίου. Άλλα συστατικά του σύμφωνα με τους ερευνητές πρέπει να ήταν η νάφθα, σε μορφή αργού ή αποσταγμένου πετρελαίου και στερεά συστατικά όπως νίτρο, θείο, ρητίνη ή και άλλες εύφλεκτες ύλες.

Σύμφωνα με κάποιους άλλους ερευνητές δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο το υγρό πύρ να ήταν και κάποιας μορφής πυρίτιδα (συμπέρασμα που προέρχεται από τις αναφορές για καπνούς και βροντές κατά την διάρκεια εκτόξευσής του). Όπως για την σύνθεση του υγρού πυρός, έτσι και για τα μέσα εκτόξευσής του τα Βυζαντινά κείμενα που αναφέρουν σχετικές πληροφορίες είναι ελάχιστα και ασαφή. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς ως βασικό μέσο εκτόξευσή του πυρός αναφέρουν τον σίφωνα, ο οποίος έπρεπε πάντοτε να είναι επενδυμένος στο στόμιό του με χαλκό.

Με βάση λοιπόν τις αναφορές οι νεότεροι ερευνητές δέχθηκαν ότι ο όρος ''σιφών'' σημαίνει ''σωλήνας εκτόξευσης'', ενώ υπήρξαν μερικοί που υποστήριξαν ότι ο όρος ''σιφών'' σημαίνει ''καταθλιπτική αντλία'', συνδεδεμένη όμως με σωλήνα εκτόξευσης. Η εκτόξευσή του γινόταν σίγουρα με μηχανικό τρόπο. Σύμφωνα με μερικούς ερευνητές ο ''σιφών'' ήταν κάποιο καζάνι στο οποίο θερμαινόταν το υγρό πύρ και οι ''σιφωνάριοι'' (εκπαιδευμένοι χειριστές πυροτεχνουργοί) σημάδευαν με το ακροφύσιο, το οποίο πολλές φορές είχε την μορφή προτομής λέοντα ή άλλου αγρίου ζώου με το στόμα ανοικτό το εχθρικό πλοίο και εκτόξευαν το υγρό πύρ.

Τότε το υγρό πύρ αποκτούσε υψηλή πίεση μέσω καταθλιπτικής αντλίας, σύμφωνα με μία μερίδα ερευνητών ή σύμφωνα με άλλους ερευνητές το υγρό πύρ αποκτούσε πίεση μέσα στο καζάνι είτε λόγω της θέρμανσης ή βρασμού του, είτε λόγω κάποιας ελεγχόμενης έκρηξη. Εκτός των ''σιφώνων'' οι συγγραφείς αναφέρουν ότι το υγρό πύρ μπορούσε επίσης να εκτοξευτεί εναντίον των πλοίων, των πολεμικών μηχανών, των εγκαταστάσεων και των στρατευμάτων του εχθρού και με διάφορους άλλους τρόπους

α) Μέσα σε πήλινες χύτρες (δοχεία) που εξακοντίζονταν με εκηβόλους πολεμικές μηχανές, όπως βαλλίστρες (μεγάλοι καταπέλτες σταθερής βάσης) ή αλακάτια και γεράνια (μικροί καταπέλτες περιστρεφόμενης βάσης)

β) Μέσα σε ''χειροσιφώνες'', δηλαδή σε μικρές γυάλινες ή πήλινες σφαίρες τις οποίες οι στρατιώτες εξακόντιζαν με τα χέρια τους, αφού πρώτα άναβαν την θρυαλλίδα ή το στουπί που προεξείχε από την μοναδική οπή της σφαίρας (στην περίπτωση του μη αυταναφλεγόμενου υγρού πυρός) καλυπτόμενοι πίσω από σιδερένιες ασπίδες.

γ) Με δόρατα, ακόντια και βέλη στην άκρη των οποίων είχαν τοποθετηθεί φλεγόμενα στουπιά βουτηγμένα στο υγρό πύρ. Το βεληνεκές των μέσων εκτόξευσης του υγρού πυρός και ειδικότερα των ''σιφώνων'' μας είναι άγνωστο μιας και οι Βυζαντινοί συγγραφείς δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό.

Το υγρό πύρ όμως ήταν ακαταμάχητο και στον ψυχολογικό τομέα. Η επίδρασή του στο ηθικό του εχθρού ήταν καταλυτική. Εκατοντάδες κείμενα εξιστορούν τον τρόμο που προκαλούσε η χρήση του ''Ελληνικού πυρός'' όπως συνήθως το αποκαλούσαν. Από τον 15ο αιώνα και μετά με την τελειοποίηση της μαύρης πυρίτιδας και την χρησιμοποίηση των πυροβόλων όπλων, το υγρό πύρ και γενικά οι εμπρηστικές ύλες εγκαταλείφθηκαν σταδιακά.

34 mesombrinosΗ ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ.

Η Γη είναι μια τεράστια σφαίρα. Περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, ολοκληρώνοντας μια περιστροφή σε ένα χρόνο, και γύρω από τον άξονα της σε 24 ώρες. Το σφαιρικό σχήμα της γης μπορούμε να το δούμε βλέποντας τις φωτογραφίες της που έστειλαν οι δορυφόροι και τα διαστημόπλοια. Μέχρι πριν 400 χρόνια οι άνθρωποι ζώντας μέσα στην αμάθεια πίστευαν ότι η γη ήταν επίπεδη, ότι ο ήλιος και τ’ αστέρια γύριζαν γύρω από την Γη. Χίλια χρόνια ζοφερού Μεσαίωνα και προκαταλήψεων είχαν σβήσει την γνώση που είχε γεννηθεί στην κοιτίδα του πολιτισμού, την Αρχαία Ελλάδα.

Εκεί πριν 2300 χρόνια ο άνθρωπος ανακάλυψε το σχήμα της γης και μέτρησε τις διαστάσεις της. Ο Αρίσταρχος έζησε στη Σάμο, μεταξύ του 320 και του 250π.Χ. Ασχολήθηκε με την αστρονομία σε όλη του τη ζωή. Πρώτος αυτός εξακρίβωσε και δίδαξε ότι η Γη είναι σφαίρα και ότι περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Ο τελευταίος αποτελούσε για τον Σάμιο αστρονόμο το κέντρο του σύμπαντος. Γύρω από τον ήλιο περιστρέφονταν οι 7 γνωστοί πλανήτες μαζί τους και η γη. Η αστρονομική ιδιοφυία του Αρίσταρχου είναι αξιοθαύμαστη αν σκεφτούμε ότι δεν είχε τα επιστημονικά μέσα που έχουν οι σύγχρονοι επιστήμονες.

Οι άνθρωποι τότε δεν κατάλαβαν την θεωρία του και συνέχισαν να πιστεύουν ότι η Γη είναι επίπεδη και ο ήλιος κινείται γύρω από αυτήν. 18 ολόκληρους αιώνες μετά τον Αρίσταρχο, ο Πολωνός αστρονόμος Νικόλαος Κοπέρνικος στο έργο του «Περί της κινήσεως των ουρανίων σωμάτων» ανακαλύπτει ξανά το ηλιοκεντρικό σύστημα. Ο Κοπέρνικος είχε μελετήσει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς από τους οποίους πληροφορήθηκε για τις απόψεις του Αρίσταρχου, τις οποίες αποδέκτηκε και επέκτεινε. Οι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι δεν ανακάλυψαν μόνο το γεγονός πως η Γη είναι μια σφαίρα που κινείται γύρω από τον ήλιο.

Η δόξα της μέτρησης των διαστάσεων της γης ανήκει σε αρχαίο Έλληνα επιστήμονα τον Ερατοσθενη. Ο Ερατοσθένης που γεννήθηκε στην Κυρήνη, αποικία της Θήρας στην Β. Αφρική, το 276 π.Χ. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κοντά στους διασημότερους δασκάλους της εποχής. Ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, την φυσική, την γεωγραφία και την αστρονομία και έγραψε σπουδαία βιβλία. Ο Βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος ο Γ' (246 - 222 π.Χ.), ανάθεσε στον Κυρήνιο σοφό την διεύθυνση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, της μεγαλύτερης βιβλιοθήκης του αρχαίου κόσμου.

Ακόμα αναγνωρίζοντας την πολυμάθεια του, του ανάθεσε την διαπαιδαγώγηση του διαδόχου του Αιγυπτιακού θρόνου. Πολύ γνωστό είναι το κόσκινο του Ερατοσθένη που είναι μέθοδος εύρεσης πρώτων αριθμών. Δυστυχώς σώθηκε μόνο ένα μικρό μέρος των εργασιών του. Έγραψε το έργο "Γεωγραφικά", στο οποίο μέτρησε με καταπληκτική προσέγγιση το μήκος του Μεσημβρινού της Γης, (με μια βέργα και ένα πηγάδι) τον οποίο υπολόγισε σε 39.400 χλμ., αντί για 39.480 χλμ, που υπολογίζεται σήμερα.

Η διαφορά των 80 χλμ. θεωρείται από τη σημερινή επιστήμη μηδαμινή, αφού ο Ερατοσθένης έκανε τους υπολογισμούς του 2.500 περίπου χρόνια πριν, χρησιμοποιώντας για τη μέτρηση έναν απλό στύλο, ενώ η επιστήμη σήμερα έχει στη διάθεσή της τέλεια όργανα και μέσα, όπως γωνιόμετρα, τεχνητούς δορυφόρους, ακτίνες λέιζερ κ.ά. Η ιδέα του ήρθε όταν παρατήρησε ότι στη πόλη που ήταν, στη Συήνη, και κατά τη διάρκεια του θερινού ηλιοστάσιου (22 Ιουνίου), ο ήλιος καθρεφτιζόταν ακριβώς κάθετα στα νερά μιας λίμνης.

Σε έναν πάπυρο της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας ο Ερατοσθένης διάβασε κάτι που τράβηξε την προσοχή του. Στη Συήνη (σημερινό Ασσουάν), το μεσημέρι της μέρας του θερινού ηλιοστασίου (21 Ιουνίου, η πιο μεγάλη μέρα του έτους), το ηλιακό φως έπεφτε στο νερό του πηγαδιού χωρίς να σχηματίζει καμιά σκιά. Από την άλλη, στην Αλεξάνδρεια -που είναι κτισμένη στις εκβολές του Νείλου ποταμού 800 χιλιόμετρα βοριότερα του Ασσουάν- οι ακτίνες του ήλιου σχηματίζουν σκιά σε έναν γνώμονα (ένα στέλεχος που στερεώνεται κάθετα σ΄ ένα οριζόντιο επίπεδο).

Εφόσον η Αλεξάνδρεια βρίσκεται βορειότερα της Συήνης και μάλιστα βρίσκεται στον ίδιο περίπου μεσημβρινό μ’ αυτήν, ένας πάσσαλος ή ένας οβελίσκος (στο ρόλο του γνώμονα) θα παρουσιάζει στην περιοχή αυτή μήκος σκιάς το μεσημέρι της μέρας του θερινού ηλιοστασίου. Με άλλα λόγια, η διεύθυνση των ακτίνων του Ήλιου θα σχηματίζει κάποια γωνία με την κατακόρυφο, κάτι που επαλήθευσε ο Ερατοσθένης στην Αλεξάνδρεια. Ένας πάσσαλος όμως στη Συήνη δεν θα δημιουργούσε σκιά.

Τον επόμενο χρόνο την ίδια μέρα παρατήρησε ότι ο ήλιος έδινε στο φάρο της Αλεξάνδρειας, που είχε γνωστό ύψος, σκιά γωνίας 7 μοιρών. Εφόσον ήξερε ότι η απόσταση μεταξύ Συήνης και φάρου ήταν 5000 σταδία (γύρω στα 800 χλμ) και φυσικά οι ακτίνες του ήλιου ήταν πάντα κάθετες, υπολόγισε τη περιφέρεια της γης. Ο Ερατοσθένης μέτρησε το μήκος του Μεσημβρινού της Γης εκτελώντας το ακόλουθο πείραμα:

Την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου (είναι η μέρα με τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια. Συμπίπτει με την 21η Ιουνίου κάθε χρόνου), ο Έλληνας σοφός παρατήρησε ότι οι ακτίνες του ήλιου στην Συήνη (σημερινό Ασσουάν) φωτίζουν κατά το μεσημέρι τον πυθμένα των πηγαδιών και άρα πέφτουν κάθετα στη γη. Την ίδια μέρα και ώρα στην Αλεξάνδρεια, που βρίσκεται βόρεια της Συήνης, οι ακτίνες του ήλιου φωτίζουν τη γη υπό γωνία 7,2 μοιρών. Η γωνία που σχηματίζουν με την κατακόρυφο οι ηλιακές ακτίνες στην Αλεξάνδρεια είναι ίση με την επίκεντρο γωνία που αντιστοιχεί στο τόξο Συήνη - Αλεξάνδρεια.

Η γωνία αυτή αντιστοιχεί, στο 1/50 της πλήρους γωνίας που είναι 360 μοίρες. Η πλήρης γωνία συμπίπτει με τον κύκλο. Η απόσταση Συήνης Αλεξάνδρειας λοιπόν ισοδυναμούσε με το 1/50 του Μεσημβρινού της Γης. Ο Ερατοσθένης ήξερε ότι η απόσταση αυτή ήταν ίση με 5040 στάδια, άρα υπολόγισε το μήκος του Μεσημβρινού της Γης σε 50 x 5040 = 252000 στάδια. Αν υπολογίσουμε όμως ότι το Αλεξανδρινό στάδιο ισοδυναμούσε με 157,5 μέτρα, τότε τα 252.000 στάδια ισοδυναμούν με 39.690 χιλιόμετρα.

Σήμερα με τη χρήση των πιο συγχρόνων τεχνολογικών μέσων οι επιστήμονες υπολόγισαν το μήκος του Μεσημβρινού της Γης σε 40000 χιλιόμετρα. Η μέτρηση λοιπόν του Ερατοσθένη αποτελεί μια εκπληκτική προσέγγιση, αν σκεφτούμε τα μέσα της εποχής εκείνης. Ένα ακόμα κατόρθωμα του αθάνατου Ελληνικού πολιτισμού.

35 parthenonasΟ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ.

Μετά τα Περσικά η Αθήνα αναδείχτηκε σε σπουδαία πόλη διαθέτοντας ισχυρό ναυτικό. Θεσπίστηκε η Δηλιακή συμμαχία, και τα χρήματα που πρόσφεραν οι πόλεις φυλάσσονταν στη Δήλο. Αργότερα όμως μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και ο Περικλής χρησιμοποίησε μέρος των χρημάτων αυτών για την ανέγερση του Παρθενώνα. Ο Παρθενώνας χτίστηκε πάνω σε προηγούμενο ναό της Αθηνάς, ο οποίος καταστράφηκε από τους Πέρσες κατά τη διάρκεια των Περσικών πολέμων. Πιστεύεται πως υπήρχε από τα Γεωμετρικά χρόνια (7ος αιώνας π.Χ.) στη θέση που κτίστηκε ο Παρθενώνας ένας ναός πλίνθινος πάνω σε λίθινα θεμέλια.

Τον 6ο αιώνα π.Χ. κτίστηκε ένας πώρινος ναός (Ur - Parthenon) που διακοσμήθηκε με εναέτια γλυπτά που εκτίθενται στο Μουσείο της Ακρόπολης, (λέοντες και ο Ηρακλής με τον Τρίτωνα). Μετά τη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. άρχισε να κτίζεται ένας μαρμάρινος ναός γύρω από τον πώρινο (Vor-Parthenon), ο οποίος όμως καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Στη θέση του ναού αυτού οικοδομήθηκε ο Παρθενώνας. Άρχισε να κτίζεται το 447 π.Χ. και οι οικοδομικές εργασίες τέλειωσαν μόλις σε εννιά (9) χρόνια (χρόνος ρεκόρ για την εποχή) δηλαδή το 438 π.Χ. Από το 438 π.Χ. ξεκίνησαν τα έργα διακόσμησης και τελείωσαν το 432 π.Χ.

Αρχιτέκτονες του ναού ήταν ο Ικτίνος, ο οποίος έκτισε και το ναό του Απόλλωνα στη Φιγάλεια, και ο Καλλικράτης, αρχιτέκτονας του Ναού της Νίκης και ίσως του Ερεχθείου, ενώ την ευθύνη για τη διακόσμηση και τη γενική επίβλεψη του έργου είχε ο γλύπτης Φειδίας ("Επίσκοπος Πάντων", όπως αναφέρει ο Πλούταρχος). Όπως είναι γνωστό οι αρχαίοι Ελληνικοί ναοί κατατάσσονται σε δύο ρυθμούς: τον Ιωνικό και το Δωρικό. Ο Παρθενώνας συνδυάζει και τους δύο ρυθμούς. Εξωτερικά μοιάζει με Δωρικό όμως γύρω από το σηκό υπάρχει ζωφόρος που είναι χαρακτηριστικό του Ιωνικού ρυθμού.

Μέσα σε εννιά μόλις χρόνια (από το 447 π.Χ. ως το 438 π.Χ.) ολοκληρώθηκαν οι εργασίες ανέγερσης του πιο φημισμένου ναού της αρχαιότητας. Ο Παρθενώνας αποτελεί το μεγαλύτερο Δωρικό ναό που η οικοδόμησή του ολοκληρώθηκε. Οι διαστάσεις του στυλοβάτη είναι 30,88 x 69,50. Ακόμη είναι ο μόνος ναός που χτίστηκε εξ ολοκλήρου από μάρμαρο (μέχρι και τα κεραμίδα ήταν μαρμάρινα), εκτός, φυσικά από τα ξύλα που στήριζαν τη σκεπή. Παράλληλα είναι και ο μόνος Δωρικός ναός του οποίου και οι 92 μετόπες έχουν ανάγλυφες παραστάσεις.

Εκτός από τα εντυπωσιακά μεγέθη εκείνο που κάνει τον Παρθενώνα μοναδικό είναι οι λύσεις που δόθηκαν στα διάφορα τεχνικά προβλήματα καθώς και η συμμετρία του. Πιο συγκεκριμένα, ο Φειδίας ήθελε να στεγάσει στο ναό το 12 μέτρων χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. Αυτό όμως δημιουργούσε προβλήματα στους αρχιτέκτονες Ικτίνο και Καλλικράτη μιας και ο Παρθενώνας θα χτιζόταν πάνω στον παλιότερο ναό (Vor-Parthenon) του οποίου οι διαστάσεις ήταν 66,94 x 23,53.

Αναγκαστικά λοιπόν ο Παρθενώνας έπρεπε να έχει μεγαλύτερες διαστάσεις, έτσι ώστε ο σηκός (ο χώρος στον οποίο θα τοποθετούσαν το άγαλμα της Αθηνάς) να έχει το κατάλληλο ύψος και αναγκαστικά το ανάλογο πλάτος. Έτσι, οι διαστάσεις του Παρθενώνα ορίστηκαν στα 30,88 το πλάτος, 69,50 το μήκος και 13,72 το ύψος. Φυσικά θα έπρεπε να γίνουν επιχωματώσεις, για να μπορεί να στηριχτεί ο ναός. Οι διαστάσεις 30,88 x 69,50 x 13,72 δε μας λένε τίποτα με μια πρώτη ματιά. Πίσω όμως από αυτά τα νούμερα κρύβονται μεγάλα μυστικά.

Όλος ο Παρθενώνας είναι κατασκευασμένος σύμφωνα με την αναλογία 4:9 που είναι γνωστότερη ως "Χρυσή Τομή". Αυτό σημαίνει πως αν πολλαπλασιάσουμε το ύψος του ναού με το 9 και το γινόμενο που θα προκύψει το διαιρέσουμε με το 4, τότε θα έχουμε βρει το πλάτος του ναού. Πράγματι:

(Ύψος) 13,72 x 9 = 125,28 : 4 = 30,87 (Πλάτος)

Το ίδιο συμβαίνει κι αν πολλαπλασιάσουμε το πλάτος με το 9 και διαιρέσουμε το γινόμενο με το 4, τότε θα έχουμε βρει το μήκος του ναού:

(Πλάτος) 30,87 x 9 = 277,92 : 4 = 69,48 (Μήκος)

"Η ίδια αναλογία εφαρμόστηκε και στη διάμετρο του κάθε κίονα, στη μεταξύ τους απόσταση, στη σχέση ανάμεσα στο ύψος του κίονα και στο ύψος του θριγκού, στις αναλογίες των μεταξονίων, τη λέπτυνση του κίονα, το περίγραμμα του Εχίνου και τον τρόπο σύνδεσης με τον κορμό, τη μορφή και τον αριθμό των τριγλύφων". Ως συνήθως οι Δωρικοί ναοί είχαν 6 κίονες για τις στενές πλευρές και 14 για τις μακρές. Αντίθετα στον Παρθενώνα έχουμε στις στενές πλευρές 8 κίονες ενώ για τις μακρές 17 κίονες. Δημιουργείται έτσι η σχέση:

α : 2α + 1

Ο μεγαλύτερος αριθμός των κιόνων θα δημιουργούσε αισθητικό πρόβλημα, αν διατηρούνταν η συνηθισμένη διάμετρος και η συνηθισμένη απόσταση του ενός από τον άλλο, γι' αυτό και οι κίονες έγιναν λεπτότεροι και τοποθετήθηκαν πυκνότερα. Κάθε κίονας έχει ύψος 10,43 μ. και μέση διάμετρο 1,91 μ. Ο καθένας αποτελείται από 11 κομμάτια (σπονδύλους). Για να αποφευχθούν στις στενές πλευρές τα προβλήματα που δημιουργούνται από την πυκνότητα των κιόνων σε συνδυασμό με το επιστήλιο βρέθηκε η εξής λύση: η απόσταση του πρώτου ακραίου κίονα από το δεύτερο είναι μικρότερη από την απόσταση του δεύτερου με τον τρίτο.

Ο κίονας λεπταίνει προς το επάνω τμήμα, η λέπτυνση όμως αυτή γίνεται μ' ένα ανόμοιο τρόπο. Περίπου στο 1/3 του ύψους του παρουσιάζει μια εξόγκωση η οποία ονομάζεται ένταση. Με την ένταση δίνεται η εντύπωση ενός ζωντανού οργανισμού που "υποφέρει" από το βάρος που σηκώνει. Στον κίονα ύψους 10,43 μ. αντιστοιχεί θριγκός ύψους μόλις 3,30 μ. Δίνεται έτσι η εντύπωση ότι το φορτίο που σηκώνουν οι κίονες είναι πιο ανάλαφρο αποκτώντας το σύνολο την αίσθηση του ύψους και της χάρης σε αντίθεση με τους παλαιότερους ναούς που δίνουν την αίσθηση ότι οι κίονες "υποφέρουν" από το βάρος του θριγκού.

Πάνω από το επιστύλιο συναντάμε τα τρίγλυφα και τις μετόπες. Συνολικά οι μετόπες και των 4 πλευρών είναι 92 από 32 μετόπες στη βόρεια και τη νότια πλευρά και από 14 στην ανατολική και τη δυτική. Το ύψος τους είναι 1,2 μ. Το βάθος τους φαίνεται πως ήταν χρωματισμένο κόκκινο. Ο Φειδίας εικόνισε τέσσερα θέματα: στην ανατολική μεριά έχουμε τη Γιγαντομαχία, στη δυτική την Αμαζονομαχία στη νότια την Κενταυρομαχία, και στη βόρεια την Ιλίου Πέρσιν, δηλαδή την άλωση της Τροίας. Ο Παρθενώνας είναι ο μοναδικός ναός που έχει παραστάσεις σ' όλες τις μετόπες.

Ο λόγος που δε συναντάμε παραστάσεις στις μετόπες στους άλλους ναούς είναι καθαρά οικονομικός. Μετά τα τρίγλυφα και τις μετόπες έχουμε το γείσο, το αέτωμα με τα εναέτια γλυπτά (αυτά που βρίσκονται μέσα στο αέτωμα). Στο ανατολικό αέτωμα ο Φειδίας παράστησε τη γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία, και στο δυτικό την φιλονικία της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα για την προστασία της Αθήνας, από την οποία νικήτρια βγήκε η Αθηνά.

Καταλήγουμε στη στέγη η οποία ήταν δίρριχτη. Τα κεραμίδια του Παρθενώνα ήταν κι αυτά από λευκό μάρμαρο κι επειδή ήταν αρκετά λεπτά φίλτραραν το φως του ήλιου και χάριζαν στο εσωτερικό του ναού ένα γλαυκό χρώμα. Στις μακριές πλευρές τα κεραμίδια καταλήγουν σε ακροκέραμα με τη μορφή ανθεμίου. Στις τέσσερις άκρες της στέγης υπάρχουν λεοντοκεφαλές - ψευδοϋδρορόες. Τέλος στην κορυφή των αετωμάτων υπήρχαν τα ακρωτήρια, ενώ στη μέση, στην κορυφή της στέγης υπήρχε ένα τεράστιο ανθέμιο. Κύριο χαρακτηριστικό του Παρθενώνα είναι η έλλειψη ευθειών.

Ο στυλοβάτης δεν είναι μια απολύτως οριζόντια επιφάνεια, αλλά παρουσιάζει καμπύλωση. Στο μέσο των στενών πλευρών είναι ψηλότερος κατά 6 εκ. και στο μέσο των μακρών κατά 11 εκ. Εκτός από το στυλοβάτη καμπυλώσεις έχουμε και στο επιστύλιο, στα τρίγλυφα, στο γείσο και στο αέτωμα. Ενώ θα περίμενε κανείς ότι οι κίονες και οι τοίχοι του σηκού θα ήταν κάθετοι διαπιστώνουμε ότι έχουν μια κλίση. Οι κίονες έχουν κλίση προς το εσωτερικό κατά 7 εκ. ενώ οι γωνιαίοι, που κλίνουν και προς τις δυο πλευρές, κλίνουν κατά 10 εκ.

Οι τοίχοι του εσωτερικού είναι κάθετοι, αλλά εξωτερικά κλίνουν προς τα μέσα. Όπως προκύπτει λοιπόν, ο ναός δεν είναι παραλληλεπίπεδος αλλά πυραμοειδής. Αν προεκτείνουμε τους κίονες προς τα πάνω, τότε οι κίονες των στενών πλευρών θα συναντηθούν σε ύψος περίπου 2200 μ. και των μακρών σε ύψος περίπου 4950 μ.

ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

3000 π.Χ.: Έναρξη λειτουργίας του μεταλλείου ασημιού στο Θορικό Λαυρίου.

2500 π.Χ.: Λειτουργία μεταλλευτικών κλιβάνων στο χωριό Στενό Αρκαδίας. Το 1980 ανακαλύφθηκαν στο χωριό Στενό Αρκαδίας έξι μονάδες χύτευσης μετάλλων με τεχνολογία παρόμοια με της υψικαμίνου, που χρονολογούνται ανάμεσα στα

2500 – 2200 π.Χ. ανατρέποντας τις μέχρι τώρα απόψεις για τη μεταλλουργική δραστηριότητα εκείνης της εποχής.

2000 π.Χ.: Κατασκευή μεγαλιθικών μνημείων Μάνης.

1500 π.Χ.: Παρουσία των περίφημων πλοίων της Θήρας. Τα πλοία της Θήρας έγιναν γνωστά.μέσα από τις περίφημες τοιχογραφίες που ήρθαν στο φως το 1973. Παρουσιάζουν επτά καλοζωγραφισμένα πλοία της περιόδου 1600 – 1500 π.Χ., που δείχνουν υψηλό επίπεδο ναυπηγικής αρτιότητας. Είναι εντυπωσιακό ότι αυτή η ναυπηγική παράδοση «χάνεται» για τα επόμενα 600 χρόνια και επανεμφανίζεται την εποχή της τριήρους, στους Αρχαϊκούς και Κλασικούς χρόνους.

1450 π.Χ.: Αρδευτικά και αποξηραντικά έργα στην Κωπαΐδα.

1200 π.Χ.: Έναρξη εργασιών στα μεταλλεία Λαυρίου. Τα μεταλλεία του Λαυρίου, που στήριξαν την ανάπτυξη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (παρείχαν 750 τάλαντα κατ’ έτος), άρχισαν να λειτουργούν πολύ νωρίτερα, το 1200 π.Χ., και η εκμετάλλευσή τους συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. Εκεί αναπτύχθηκαν τρεις σημαντικές μεταλλουργικές τεχνικές, η μαζική εκκαμίνευση και τήξη των μετάλλων, ο εμπλουτισμός των μεταλλευμάτων και η μηχανοποίηση της κοπής των νομισμάτων.

1000 π.Χ.: Κατασκευή του Αινιγματικού «Δρακόσπιτου» της Όχης.

780 π.Χ.: Χρήση του Αλφαβήτου.

650 π.Χ.: Έκδοση των πρώτων νομισμάτων.

650 π.Χ.: Ναυπήγηση της πρώτης τριήρους από τον Αμεινοκλή. Οι τριήρεις ήταν μακριά και στενά πλοία με τρεις σειρές κωπηλατών, με έναν ιστό και αρκετά πολύπλοκη εξάρτηση. Το μήκος τους έφτανε τα 40 μέτρα και το πλήρωμά τους αποτελείτο από 200 άνδρες περίπου.

600 π.Χ.: Κατασκευή της Διόλκου στην Κόρινθο. Ο Δίολκος των νεών, ήταν ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά έργα της αρχαιότητας και ένωνε τα δύο λιμάνια των Κεχρέων στο Σαρωνικό και του Λέχαιου στον Κορινθιακό. Ήταν ένας λιθόστρωτος δρόμος πλάτους από 3,5 – 5 μ. με αυλακώσεις πάνω στις οποίες κυλούσαν πλατφόρμες που μετέφεραν τα σκάφη από το ένα λιμάνι στο άλλο.

580 π.Χ.: Το πρώτο πιεστήριο λαδιού.

570 π.Χ.: Ο Γλαύκος ο Χίος εφαρμόζει μέθοδο συγκόλλησης σιδηρών τμημάτων.

550 π.Χ.: Ο Αναξίμανδρος εφευρίσκει τον Γνώμονα και το Χάρτη.

540 π.Χ.: Ανέγερση του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο. Ο Χερσίφρων ο Κνώσσιος αναλαμβάνει μαζί με τον Μεταγένη και τον Θεόδωρο την ανέγερση του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο. Ο ναός, που περιλαμβάνεται στα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, καταστράφηκε το 365 π.Χ. από τον Ηρόστρατο.

530 π.Χ.: Αναφέρονται οι πρώτες ανυψωτικές μηχανές. Η χρήση γερανών και άλλων ανυψωτικών μηχανών πρέπει να είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Η αναφορά σηματοδοτεί περισσότερο την έναρξη της συστηματικής μελέτης των αρχών λειτουργίας και των τεχνικών κατασκευής τους. Οι βασικοί τύποι ήταν πέντε: ο μοχλός, η απλή τροχαλία, η διπλή τροχαλία, το πολύσπαστο και το βαρούλκο. Με συνδυασμούς αυτών κατασκευάζονταν πιο πολύπλοκες ανυψωτικές μηχανές, όπως αυτές που αναφέρει ο Ήρωνας, η μονόκολος, η δίκολος, η τρίκολος και τετράκολος.

520 π.Χ.: Κατασκευή της περίφημης σήραγγας στη Σάμο από τον Ευπαλίνο. Η σήραγγα έχει μήκος 1.040 μ. και διατομή 1,80×1,80 μ. Η κατασκευή της άρχισε ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές και προχώρησε με εντυπωσιακή ακρίβεια έτσι ώστε τα δύο συνεργεία να συναντηθούν στο μέσο της απόστασης με ελάχιστη απόκλιση.

510 π.Χ.: Αρχίζει η κατασκευή του Ηραίου στη Σάμο.

450 π.Χ.: Ο Φειδίας κατασκευάζει το γιγάντιο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία.

425 π.Χ.: Ο Αρχύτας κατασκευάζει την πρώτη ιπτάμενη μηχανή. Η «πετομηχανή» όπως την ονόμαζε ο Αρχύτας ο Ταραντίνος, λειτουργούσε με συμπιεσμένο αέρα και ένα σύστημα αεροπροώθησης που της επέτρεπε να πετά σε αποστάσεις περίπου 200 μ. Στον Αρχύτα αποδίδεται επίσης η κατασκευή της βίδας και της παιδικής ροκάνας.

400 π.Χ.: Χρησιμοποιούνται ο καταπέλτης και η βαλλίστρα. Πιστεύεται ότι εφευρέθηκαν από τους μηχανικούς του Διονυσίου του Πρεσβύτερου (399 π.Χ.) και αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων στην τεχνολογία του πολέμου. Όπως αναφέρει ο Βιτρούβιος στο έργο του De Architectura: «οι βαλλίστρες κατασκευάζονται με ποικίλες αρχές έτσι ώστε να παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Μερικές λειτουργούν με χειρομοχλούς, άλλες με τροχαλίες, άλλες με άλλου είδους ανυψωτήρες και άλλες με τη βοήθεια τυμπάνων. Πάντως, καμία βαλλίστρα δεν κατασκευάζεται χωρίς να ληφθεί υπόψη το βάρος της πέτρας που πρόκειται να εκτοξεύσει. Για το λόγο αυτό οι αρχές του δεν είναι εύκολα κατανοητές από τον καθένα, παρά μόνο από εκείνους τους τεχνίτες που γνωρίζουν τη γεωμετρική επεξεργασία των αριθμών και των πολλαπλασίων τους».

380 π.Χ.: Έναρξη λειτουργίας των ελικοειδών πλυντηρίων στο Λαύριο.

360 π.Χ.: Ο Εύδοξος ανακαλύπτει τον αστρολάβο και τον πόλο.

350 π.Χ.: Γίνεται γνωστή η χρήση του υδραυλικού τηλέγραφου. Ο υδραυλικός τηλέγραφος είναι το πρώτο μηχανοποιημένο επικοινωνιακό σύστημα. Αποτελείται από δύο όμοιες μηχανές που τοποθετούνται σε δύο σημεία με οπτική επαφή και απόσταση 20 – 30 χλμ. Κάθε μηχανισμός διέθετε έναν πλωτό σωλήνα με χαραγές που αντιστοιχούσαν σε κωδικοποιημένες εντολές. Η επικοινωνία στηρίζονταν στη συγχρονισμένη μετακίνηση των δύο σωλήνων.

356 π.Χ.: Χτίζεται ο ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο.

353 π.Χ.: Χτίζεται το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού.

332 π.Χ.: Πολεοδομικό σχέδιο της Αλεξάνδρειας: Ο Δεινοκράτης ο Ρόδιος αναλαμβάνει, κατ’ εντολή του Μ. Αλεξάνδρου να εκπονήσει το σχέδιο που χαρακτηρίζεται από τους κάθετους μεταξύ τους δρόμους. Θα αποτελέσει πρότυπο για πολλές μεταγενέστερες πόλεις.

330 π.Χ.: Κολοσσιαίοι κίονες στα λατομεία Ευβοίας.

320 π.Χ.: Οι μηχανικοί του Μ. Αλεξάνδρου: Ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου διέθετε ένα πλήθος τεχνίτες και μηχανικούς, όπως μεταλλουργούς, τοπογράφους, ξυλουργούς, γεφυροποιούς, ναυπηγούς, σηραγγοποιούς και πολλών άλλων ειδικοτήτων, ένα «σώμα μηχανικού», που κυριολεκτικά μεταμόρφωσε όχι μόνο την πολεμική τεχνολογία αλλά και την πολεοδομία, την γεφυροποιία, την ναυπηγική.

300 π.Χ.: Η πρώτη αναφορά σε διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου: έλεγχος γνησιότητας των νομισμάτων.

300 π.Χ.: Το αρδευτικό σύστημα της Περαχώρας.

290 π.Χ.: Οι πολεμικές μηχανές του Δημητρίου του Πολιορκητή.

280 π.Χ.: Τελειώνει η κατασκευή του Κολοσσού της Ρόδου.

270 π.Χ.: Ο Ηρόφιλος και τα πρώτα χειρουργικά εργαλεία.

287-212 π.Χ.: Αρχιμήδης: Μερικά από τα επιτεύγματά του: ατέρμων κοχλίας, οδοντωτοί τροχοί, υδραυλικό ωρολόγιο, καύση του Ρωμαϊκού στόλου με κάτοπτρα.

275 π.Χ.: Χτίζεται ο Φάρος της Αλεξάνδρειας.

285-222 π.Χ.: Πνευματικές μηχανές του Κτησίβιου. Ο Κτησίβιος κατασκευάζει πολλές μηχανές που χρησιμοποιούν πεπιεσμένο αέρα και πολύπλοκες αντλίες. Ανάμεσά του ξεχωρίζει ένα μουσικό όργανο, η ύδραυλις, η πρόγονος ουσιαστικά του εκκλησιαστικού οργάνου.

260-180 π.X.: Φίλων ο Βυζάντιος. Από τους σημαντικότερους μηχανολόγους της Αρχαιότητας. Συνέγραψε βιβλία όπου περιγράφονται οι αρχές λειτουργίας πολλών μηχανισμών. Πολλά από αυτά έχουν διασωθεί: μοχλοί, πνευματικά, κλεψύδρα, πολιορκητική, πολεμικές μηχανές, οδοντωτοί τροχοί.

240 π.Χ.: Ναυπηγείται η Συρακουσία, το μεγαλύτερο πλοίο ψυχαγωγίας.

250 π.Χ.: Χρησιμοποιείται ηλιακό ρολόι με τρεις χάλκινους δακτυλίους.

210 π.Χ.: Ναυπηγούνται τεράστια πολεμικά πλοία.

90 π.Χ.: Κατασκευάζεται ο περίφημος υπολογιστής των Αντικυθήρων. Το 1901, στα Αντικύθηρα, σφουγγαράδες ανακαλύπτουν ένα ναυάγιο από όπου ανασύρθηκε ένα περίεργο αντικείμενο που έμελλε να δημιουργήσει πολλές διαμάχες σχετικά με την τεχνολογία των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν ένας μηχανισμός με γρανάζια που η ακτινοσκοπική εξέτασή του στο Κέντρο Ερευνών «Δημόκριτος» από τον καθηγητή Derek de Solla Price του Πανεπιστημίου Yale, με τη συνεργασία του Έλληνα πυρηνικού φυσικού Χαρ. Καράκαλου, το 1973, αποκάλυψε ότι ήταν ο πιο πολύπλοκος μηχανισμός που είχε κατασκευαστεί μέχρι το 1200 μ.Χ.. Πρόκειται για ένα μηχανικό υπολογιστή που δείχνει τις κινήσεις του Ήλιου, της Γης και της Σελήνης με μεγάλη ακρίβεια.

100 μ.Χ.: Κατασκευή του ατμολέβητα από τον Ήρωνα τον Αλεξανδρινό.

50 π.Χ.: Ο Ανδρόνικος Κυρρήστης και το υδραυλικό ρολόι.

Πηγές:

http://www.olympiada.wordpress.com
http://greekworldhistory.blogspot.gr
http://www.techfrog.gr
https://isxys.blogspot.com
http://www.archaiologia.gr

Pin It

Ενημερωθείτε καθημερινά και μέσα από τις συνδέσεις του Ινστιτούτου - στα παρακάτω κοινωνικά δίκτυα

1 facebook2 twitter3 youtube4 tumblr5 pinterest6 linked7 stumbleupon8 vk9 Medium

Σχετικά με Εμάς

Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού «ΕΛΞΕΥΣΙΣ», είναι Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με έδρα τον Βόλο. Παρ' ό,τι προϋπήρχε σαν πολιτιστικός φορέας, προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας του Ινστιτούτου, από την πολιτιστική πρόκληση των δράσεων, εκτός των Ελλαδικών πλέον συνόρων.

Φορέας πολιτισμού, με πολυετή πείρα και έντονη δραστηριότητα στις τέχνες και τον πολιτισμό. Ανάμεσα στους σκοπούς του είναι και οι προσεγγίσεις των πολιτισμικών – πολιτιστικών διαδρομών που αφορούνε στο σύνολό τους τον ελληνικό πολιτισμό, από την γέννησή του έως και σήμερα, αλλά και την διάδοσή του σε όλον τον κόσμο.


Περισσότερα...

Στοιχεία - Διεύθυνση

Επικοινωνία
"ΕΛΞΕΥΣΙΣ"
Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού
+30 24210 20038 / + 30 698 8085300
info@elxefsis.com
elxefsis@gmail.com
Διεύθυνση
Γαλλίας 73 / Μαγνησία - Βόλος
Τ.Κ. 38221